269 αποτελέσματα για «家»
家書 かしょ
ουσιαστικό
- 01 γράμμα από το σπίτι
家族葬 かぞくそう
ουσιαστικό
- 01 οικογενειακή κηδεία
家庭医 かていい
ουσιαστικό
- 01 οικογενειακός γιατρός, παθολόγος
家屋税 かおくぜい
ουσιαστικό
- 01 φόρος ακίνητης περιουσίας, φόρος κατοικίας
家政学 かせいがく
ουσιαστικό
- 01 οικιακή οικονομία, επιστήμη της οικιακής οικονομίας
家電 いえでん
ουσιαστικό
- 01 σταθερό τηλέφωνο, τηλεφωνικός αριθμός οικίας
家塾 かじゅく
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτικό σχολείο που λειτουργεί από λόγιο στην οικία του, με κρατική υποστήριξη
家を外にする いえをそとにする
άλλο, ρήμα
- 01 λείπω συχνά από το σπίτι, περνώ λίγο χρόνο στο σπίτι, βγαίνω έξω πολύ
家政科 かせいか
ουσιαστικό
- 01 κλάδος οικιακής οικονομίας
家畜囲い かちくかこい
ουσιαστικό
- 01 μαντρί για βοοειδή
家庭欄 かていらん
ουσιαστικό
- 01 στήλη οικογενειακών θεμάτων (εφημερίδα)
家制度 いえせいど
ουσιαστικό
- 01 ιε σέιντο, ιαπωνικό νομικό σύστημα οικογένειας (1898-1947)
家計費 かけいひ
ουσιαστικό
- 01 οικογενειακά έξοδα
家庭争議 かていそうぎ
ουσιαστικό
- 01 οικογενειακή διαμάχη, οικογενειακό πρόβλημα
家内一同 かないいちどう
ουσιαστικό
- 01 όλη η οικογένεια
家族観 かぞくかん
ουσιαστικό
- 01 αντίληψη για την οικογένεια, οικογενειακές αξίες
家父 かふ
ουσιαστικό
- 01 πατέρας κάς
家常茶飯 かじょうさはん
ουσιαστικό
- 01 καθημερινό φαινόμενο, κοινότοπο γεγονός της ζωής, κάτι το συνηθισμένο
家長制度 かちょうせいど
ουσιαστικό
- 01 πατριαρχικό σύστημα
家電店 かでんてん
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα ηλεκτρικών ειδών