359 αποτελέσματα για «平»

平衡錘 へいこうすい

ουσιαστικό

  1. 01 αντίβαρο
平均偏差 へいきんへんさ

ουσιαστικό

  1. 01 μέση απόκλιση
平和憲法 へいわけんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 ειρηνιστικό σύνταγμα (δηλαδή το ισχύον ιαπωνικό σύνταγμα), σύνταγμα της ειρήνης
平頭 ひらがしら

ουσιαστικό

  1. 01 σκυλόψαρο (Rhizoprionodon acutus)
平方センチメートル へいほうセンチメートル

ουσιαστικό

  1. 01 τετραγωνικό εκατοστό
平筆 ひらふで

ουσιαστικό

  1. 01 πλακέ πινέλο
平和論者 へいわろんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ειρηνιστής
平和宣言 へいわせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 κήρυγμα ειρήνης
平家 ひらや

ουσιαστικό

  1. 01 ισόγεια κατοικία, μονοκατοικία
平滑筋 へいかつきん

ουσιαστικό

  1. 01 λεία μυϊκή ίνα
平等権 びょうどうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα της ισότητας
平和教育 へいわきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 ειρηνική αγωγή
平将門の乱 たいらのまさかどのらん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 εξέγερση του Τάιρα νο Μασακάντο (939-940 μ.Χ.)
平均率 へいきんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 μέσος ρυθμός
平分 へいぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διχοτόμηση, ισόποση διαίρεση
平山城 ひらやまじろ

ουσιαστικό

  1. 01 κάστρο σε λόφο μέσα σε πεδιάδα, κάστρο τύπου χιραγιαμάτζιρο
平生着 へいぜいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που φοριέται συνήθως, καθημερινός
平和 ピンフ

ουσιαστικό

  1. 01 κεκρυμμένο νικητήριο χέρι που αποτελείται από σειρές (chows), ένα ζεύγος που δεν είναι πονταρισμένο (value pair) και αναμονή για ανοιχτό φύλλο
平和維持部隊 へいわいじぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 ειρηνευτική δύναμη
平和思想 へいわしそう

ουσιαστικό

  1. 01 ειρηνισμός, ειρηνιστική σκέψη