184 αποτελέσματα για «成»

成形機 せいけいき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανή χύτευσης
成層圏飛行機 せいそうけんひこうき

ουσιαστικό

  1. 01 στρατοσφαιρικό αεροσκάφος (υποθετικός τύπος αεροπλάνου)
成極 せいきょく

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρική πόλωση
成功例 せいこうれい

ουσιαστικό

  1. 01 πετυχημένο παράδειγμα, επιτυχημένη περίπτωση, ιστορία επιτυχίας
成長因子 せいちょういんし

ουσιαστικό

  1. 01 αυξητικός παράγοντας (κυττάρων)
成年後見制度 せいねんこうけんせいど

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστική συμπαράσταση, κηδεμονία ενηλίκων
成果を上げる せいかをあげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φέρνω αποτελέσματα, επιτυγχάνω αποτελέσματα
成長記録 せいちょうきろく

ουσιαστικό

  1. 01 καταγραφή ανάπτυξης
成分栄養剤 せいぶんえいようざい

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχειώδες διατροφικό σκεύασμα
成分輸血 せいぶんゆけつ

ουσιαστικό

  1. 01 μετάγγιση συστατικών αίματος
成人期 せいじんき

ουσιαστικό

  1. 01 ενήλικη ζωή, ενηλικιότητα
成り切り なりきり

ουσιαστικό

  1. 01 υποδυόμενος ρόλο, παιχνίδι ρόλων
成長障害 せいちょうしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 αποτυχία ανάπτυξης, καθυστέρηση ανάπτυξης, διαταραχή ανάπτυξης
成人向け せいじんむけ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλος για ενήλικες (ταινία, κ.λπ.), πορνογραφικός, ακατάλληλος για ανηλίκους
成童 せいどう

ουσιαστικό

  1. 01 αγόρι δεκαπέντε ετών
成膜 せいまく

ουσιαστικό

  1. 01 εναπόθεση υμενίου, επικάλυψη
成型炭 せいけいたん

ουσιαστικό

  1. 01 μπρικέτα (ειδικά από κάρβουνο), συμπιεσμένος άνθρακας
成歯 せいし

ουσιαστικό

  1. 01 μόνιμο δόντι
成安造形大学 せいあんぞうけいだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Σεϊάν Πανεπιστήμιο Τέχνης και Σχεδίου
成人教育協会 せいじんきょういくきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Σύνδεσμος εκπαίδευσης ενηλίκων