628 αποτελέσματα για «手»

手打ち てうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύναψη συμφωνίας, επίτευξη συμφωνίας, συμβιβασμός
  2. 02 χειροποίητο άνοιγμα ζυμαρικών, παρασκευή χειροποίητων ζυμαρικών
  3. 03 χειροκίνητη εισαγωγή (σε υπολογιστή κ.λπ.), πληκτρολόγηση
  4. 04 αιώρημα (ρακέτας, ροπάλου ή μπαστουνιού) αποκλειστικά με τα χέρια (δηλαδή χωρίς τη σωστή κίνηση του σώματος)
  5. 05 θανάτωση (υφισταμένου ή χωρικού) με το ίδιο το σπαθί κάποιου (για σαμουράι)
手甲 てっこう

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυμμα για το πίσω μέρος του χεριού και τον καρπό
手が離せない てがはなせない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν μπορώ να αφήσω την εργασία μου, είμαι στη μέση κάποιου πράγματος, είμαι απασχολημένος, δεν έχω ελεύθερο χρόνο
手段を選ばない しゅだんをえらばない

άλλο

  1. 01 κάνω ό,τι χρειάζεται, χρησιμοποιώ κάθε δυνατό τρόπο, δεν σταματώ μπροστά σε τίποτα
手順を踏む てじゅんをふむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 ακολουθώ τις ενδεδειγμένες διαδικασίες, τηρώ τα απαραίτητα βήματα
手繰る たぐる

ρήμα

  1. 01 μαζεύω σχοινί ή δίχτυ με τα χέρια, τραβώ κάτι προς το μέρος μου, τυλίγω σύρμα ή κλωστή
  2. 02 ιχνηλατώ ή ανακαλώ ιστορία ή νήματα μιας ιστορίας, αναπολώ αναμνήσεις, επανεξετάζω, ξετυλίγω
手のかかる てのかかる

άλλο

  1. 01 απαιτητικός, δύσκολος (π.χ. πελάτης, επισκέπτης, παιδί), επίπονος (π.χ. εργασία, γεύμα)
手並み てなみ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική, ικανότητα
手がかかる てがかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 απαιτώ πολύ χρόνο και κόπο, είμαι δύσκολος στη διαχείριση
手荷物 てにもつ

ουσιαστικό

  1. 01 χειραποσκευή, αποσκευή χεριού
手傷 てきず

ουσιαστικό

  1. 01 τραύμα (που προκλήθηκε σε μάχη)
手術を受ける しゅじゅつをうける

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποβάλλομαι σε χειρουργική επέμβαση, χειρουργούμαι
手術室 しゅじゅつしつ

ουσιαστικό

  1. 01 χειρουργική αίθουσα, χειρουργείο
手振り てぶり

ουσιαστικό

  1. 01 χειρονομία, κίνηση του χεριού
手回し てまわし N1

ουσιαστικό

  1. 01 χειροκίνητος, που γυρίζει με το χέρι
  2. 02 προετοιμασίες, διευθετήσεις
手芸 しゅげい N1

ουσιαστικό

  1. 01 χειροτεχνία
手が足りない てがたりない

άλλο, επίθετο

  1. 01 χρειάζομαι βοήθεια, έχω έλλειψη προσωπικού
手柄を立てる てがらをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διακρίνομαι, επιτελώ σπουδαία έργα, ξεχωρίζω με τα κατορθώματά μου (για παράδειγμα στον πόλεμο)
手間暇 てまひま

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος και κόπος, προσπάθεια
手荒い てあらい

επίθετο

  1. 01 βίαιος, τραχύς