240 αποτελέσματα για «放»

放出基準 ほうしゅつきじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 πρότυπο εκπομπών, πρότυπο αποβλήτων, κριτήρια απελευθέρωσης
放電加工 ほうでんかこう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτροδιαβρωτική κατεργασία, κατεργασία με ηλεκτρική εκκένωση
放射線医学総合研究所 ほうしゃせんいがくそうごうけんきゅうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 Εθνικό Ινστιτούτο Ακτινολογικών Επιστημών, NIRS
放射能マーク ほうしゃのうマーク

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβολο ραδιενέργειας, τριφύλλι, σύμβολο προειδοποίησης ραδιενέργειας
放冷 ほうれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφήνω να κρυώσει, ψύξη
放熱性 ほうねつせい

ουσιαστικό

  1. 01 απαγωγή θερμότητας
放射性崩壊 ほうしゃせいほうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιενεργή διάσπαση
放線菌症 ほうせんきんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινομύκωση
放っとく ほっとく

ρήμα

  1. 01 αφήνω στην ησυχία μου, αφήνω όπως είναι, αγνοώ, παραμελώ
放屁虫 へひりむし

ουσιαστικό

  1. 01 βομβαρδιστής σκαθάρι (ειδικότερα το είδος Pheropsophus jessoensis)
  2. 02 βρωμούσα
放射線感受性 ほうしゃせんかんじゅせい

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοευαισθησία, ακτινοευαίσθητος
放水管 ほうすいかん

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας αποστράγγισης
放出物資 ほうしゅつぶっし

ουσιαστικό

  1. 01 απελευθερωμένα αγαθά
放射能雨 ほうしゃのうう

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιενεργή βροχή
放射能雲 ほうしゃのうぐも

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιενεργό νέφος
放射角 ほうしゃかく

ουσιαστικό

  1. 01 γωνία ακτινοβολίας
放射能攻撃 ほうしゃのうこうげき

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιολογική επίθεση
放射性炭素年代測定 ほうしゃせいたんそねんだいそくてい

ουσιαστικό

  1. 01 χρονολόγηση με άνθρακα-14, χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα
放射エネルギー ほうしゃエネルギー

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοβολούμενη ενέργεια
放射線遺伝学 ほうしゃせんいでんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινογενετική