448 αποτελέσματα για «文»
文武官 ぶんぶかん
ουσιαστικό
- 01 πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι
文目 あやめ
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, μοτίβο, διάκριση
文型 ぶんけい
ουσιαστικό
- 01 συντακτικό πρότυπο
文飾 ぶんしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λογοτεχνικά στολίδια, φιλολογικά διακοσμητικά στοιχεία
文化協会 ぶんかきょうかい
ουσιαστικό
- 01 πολιτιστικός σύλλογος
文科相 もんかしょう
ουσιαστικό
- 01 υπουργός παιδείας, πολιτισμού, αθλητισμού, επιστήμης και τεχνολογίας
文雅 ぶんが
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κομψό ή εκλεπτυσμένο ύφος
文語体 ぶんごたい
ουσιαστικό
- 01 λογοτεχνικό ύφος, κλασικό ύφος
文学雑誌 ぶんがくざっし
ουσιαστικό
- 01 λογοτεχνικό περιοδικό
文化科学 ぶんかかがく
ουσιαστικό
- 01 πολιτισμική επιστήμη (η «επιστήμη του πολιτισμού» κατά τον Ρίκερτ)
文化哲学 ぶんかてつがく
ουσιαστικό
- 01 φιλοσοφία του πολιτισμού
文字コード もじコード
ουσιαστικό
- 01 κωδικοποίηση χαρακτήρων, κωδικός χαρακτήρα
文芸学 ぶんげいがく
ουσιαστικό
- 01 μελέτη ή επιστήμη της λογοτεχνίας, τμήμα ανθρωπιστικών σπουδών
文調 ぶんちょう
ουσιαστικό
- 01 ύφος γραφής
文人墨客 ぶんじんぼっかく
ουσιαστικό
- 01 λογοτέχνες και καλλιτέχνες, άτομα που αναζητούν την ευχαρίστηση σε εκλεπτυσμένες ενασχολήσεις όπως η ποίηση, η λογοτεχνία, η ζωγραφική και η καλλιγραφία
文禄の役 ぶんろくのえき
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πρώτη ιαπωνική εισβολή στην Κορέα (1592-93)
文化省 ぶんかしょう
ουσιαστικό
- 01 υπουργείο πολιτισμού
文化映画 ぶんかえいが
ουσιαστικό
- 01 πολιτιστική ταινία
文科大学 ぶんかだいがく
ουσιαστικό
- 01 ανθρωπιστική σχολή, κολέγιο ανθρωπιστικών σπουδών
文選 ぶんせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιλογή στοιχείων (για στοίχιση)
- 02 ανθολογία, συλλογή λογοτεχνικών έργων