171 αποτελέσματα για «旧»

旧車会 きゅうしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 λέσχη κλασικών οχημάτων (αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες), λέσχη αντίκας οχημάτων
  2. 02 ομάδα μοτοσυκλετιστών στην οποία τα μέλη οδηγούν τροποποιημένες κλασικές μοτοσυκλέτες
旧る ふる

ρήμα

  1. 01 παλαιώνω, γερνάω
旧図 きゅうと

ουσιαστικό

  1. 01 παλιό σχέδιο
旧蔵者 きゅうぞうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην ιδιοκτήτης (π.χ. μιας συλλογής)
旧世代 きゅうせだい

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιότερη γενιά, περασμένη γενιά
旧植民地 きゅうしょくみんち

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην αποικία
旧穀 きゅうこく

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιό σιτάρι
旧譜 きゅうふ

ουσιαστικό

  1. 01 μουσική που έχει κυκλοφορήσει στο παρελθόν, προηγούμενη κυκλοφορία, παλαιότερη κυκλοφορία
旧民法 きゅうみんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 τμήματα του αστικού κώδικα σχετικά με τη συγγένεια και την κληρονομιά που αναθεωρήθηκαν το 1947
  2. 02 παλαιός αστικός κώδικας (συντάχθηκε από τον Γάλλο μελετητή Γκιστάβ Εμίλ Μπουασονάντ για την Ιαπωνία, αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ)
旧唐書 くとうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Κουτότζο, Παλαιό Βιβλίο των Τανγκ (ιστορικό έργο του 10ου αιώνα που καλύπτει τη δυναστεία των Τανγκ)
  1. 01 παλιοί καιροί
  2. 02 παλιά πράγματα
  3. 03 παλιός φίλος
  4. 04 πρώην
  5. 05 πρώην