220 αποτελέσματα για «書»

書き起こし かきおこし

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγικά λόγια, εναρκτήρια πρόταση
  2. 02 απομαγνητοφώνηση (π.χ. φωνή σε κείμενο), μεταγραφή
書痙 しょけい

ουσιαστικό

  1. 01 γραφική κράμπη (σπασμός του χεριού κατά τη γραφή)
書聖 しょせい

ουσιαστικό

  1. 01 διάσημος ή σπουδαίος καλλιγράφος
書を捨てよ町へ出よう しょをすてよまちへでよう

ουσιαστικό

  1. 01 Πέτα τα βιβλία σου, βγες στους δρόμους (Σούτζι Τεραγιάμα)
書き損じ かきそんじ

ουσιαστικό

  1. 01 παραδρομή της πένας, λάθος στη γραφή
  2. 02 κάτι που αχρηστεύτηκε λόγω λάθους στη γραφή (π.χ. καρτ ποστάλ)
書丹 しょたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γράφω μια επιγραφή σε λίθινο μνημείο (για παράδειγμα, πριν τη σμίλευση)
書皮 しょひ

ουσιαστικό

  1. 01 περίβλημα βιβλίου, εξωτερικό κάλυμμα βιβλίου (το οποίο τοποθετείται από τον βιβλιοπώλη πριν δοθεί στον πελάτη)
書式送り しょしきおくり

ουσιαστικό

  1. 01 αλλαγή σελίδας, προώθηση εντύπου
書面審理 しょめんしんり

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφη εξέταση
書留料 かきとめりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος συστημένης αλληλογραφίας
書き誤る かきあやまる

ρήμα

  1. 01 γράφω λάθος
書き候 かきそうろう

άλλο

  1. 01 γράφω (με την τιμή να απευθύνομαι σε κάποιον, λόγια έκφραση)
書記補 しょきほ

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός γραμματέα
書き損ない かきそこない

ουσιαστικό

  1. 01 τυπογραφικό σφάλμα, λάθος κατά τη γραφή
  2. 02 κάτι που καταστράφηκε λόγω λάθους στη γραφή (π.χ. καρτ ποστάλ)
書き散らし かきちらし

ουσιαστικό

  1. 01 πρόχειρες σημειώσεις, μουτζούρες
書記言語 しょきげんご

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτή γλώσσα, λογοτεχνική γλώσσα
書肺 しょはい

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλιοπνεύμονας (αναπνευστικό όργανο των αραχνοειδών)
書記素 しょきそ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφημα
書記体系 しょきたいけい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα γραφής
書き込み許可 かきこみきょか

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα εγγραφής