347 αποτελέσματα για «最»

最大量 さいだいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 μέγιστη ποσότητα (π.χ. δόση), μεγαλύτερο ποσό, μεγαλύτερη ποσότητα
最中 もなか

ουσιαστικό

  1. 01 γλύκισμα από φύλλο βάφλας γεμισμένο με πάστα φασολιών
  2. 02 στη μέση της, κατά τη διάρκεια της, στην κορύφωση της
最高経営責任者 さいこうけいえいせきにんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διευθύνων σύμβουλος, CEO
最低価格 さいていかかく

ουσιαστικό

  1. 01 ελάχιστη τιμή, κατώτατη τιμή
最終結論 さいしゅうけつろん

ουσιαστικό

  1. 01 τελικό συμπέρασμα, τελικό προϊόν
最後のとりで さいごのとりで

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 έσχατη άμυνα, τελευταίο οχυρό, τελευταίο προπύργιο, τελευταίο σύνορο
最終公演 さいしゅうこうえん

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία παράσταση, τελευταία εμφάνιση
最上級品 さいじょうきゅうひん

ουσιαστικό

  1. 01 προϊόν ανώτατης ποιότητας
最高価格 さいこうかかく

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατη τιμή, τιμολογιακό ταβάνι
最終版 さいしゅうばん

ουσιαστικό

  1. 01 τελική έκδοση, οριστική μορφή
最南 さいなん

ουσιαστικό

  1. 01 νοτιότερος
最終案 さいしゅうあん

ουσιαστικό

  1. 01 τελικό πρόγραμμα (πρόγραμμα, σχέδιο)
最新ニュース さいしんニュース

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίες ειδήσεις, πρόσφατες ειδήσεις
最終弁論 さいしゅうべんろん

ουσιαστικό

  1. 01 τελική αγόρευση, τελική δήλωση
最外 さいがい

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικός, ο πιο απομακρυσμένος
最東 さいとう

ουσιαστικό

  1. 01 ανατολικότερος
最小構成 さいしょうこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ελάχιστη διαμόρφωση
最優良 さいゆうりょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ανώτατη ποιότητα, εξαιρετική ποιότητα
最終責任 さいしゅうせきにん

ουσιαστικό

  1. 01 τελική ευθύνη, έσχατη ευθύνη
最大限度 さいだいげんど

ουσιαστικό

  1. 01 μέγιστο όριο