418 αποτελέσματα για «有»

有理 ゆうり

ουσιαστικό

  1. 01 ορθολογικός
  2. 02 ρητός (αριθμός ή συνάρτηση)
有り合う ありあう

ρήμα

  1. 01 τυχαίνει να βρίσκομαι κάπου
有意差 ゆういさ

ουσιαστικό

  1. 01 σημαντική διαφορά, στατιστική σημαντικότητα
有楽町線 ゆうらくちょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 Γραμμή Γιουρακούτσο
有卦 うけ

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος τύχης
有料化 ゆうりょうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση από δωρεάν σε επί πληρωμή (π.χ. μιας υπηρεσίας), καθιέρωση χρέωσης
有声 ゆうせい

ουσιαστικό

  1. 01 φωνήεν, ηχηρότητα
  2. 02 ηχηρότητα
有酸素 ゆうさんそ

ουσιαστικό

  1. 01 αερόβιος, με παρουσία οξυγόνου
有りっ丈 ありったけ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 όλα (όσα διαθέτει κάποιος), όλα (όσα υπάρχουν), το σύνολο, το παν
  2. 02 όσο το δυνατόν περισσότερο, όσο αντέχει κανείς, στο έπακρο
有神論 ゆうしんろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεϊσμός
有効票 ゆうこうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 έγκυρο ψηφοδέλτιο
有り有り ありあり

επίρρημα

  1. 01 καθαρά, ευκρινώς, ζωντανά
有閑階級 ゆうかんかいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 η τάξη των αργόσχολων
有機肥料 ゆうきひりょう

ουσιαστικό

  1. 01 οργανικό λίπασμα
有界 うかい

ουσιαστικό

  1. 01 υλικός κόσμος (σφαίρα ύπαρξης)
有界 ゆうかい

επίθετο

  1. 01 περιορισμένος
有限集合 ゆうげんしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 πεπερασμένο σύνολο
有声音 ゆうせいおん

ουσιαστικό

  1. 01 ηχηρό φώνημα
有糸分裂 ゆうしぶんれつ

ουσιαστικό

  1. 01 μιτωση
有塩バター ゆうえんバター

ουσιαστικό

  1. 01 αλατισμένο βούτυρο