216 αποτελέσματα για «未»
未収載 みしゅうさい
ουσιαστικό
- 01 μη καταχωρημένος
未収入金 みしゅうにゅうきん
ουσιαστικό
- 01 απαιτήσεις από πελάτες, εισπρακτέα ποσά
未処置 みしょち
ουσιαστικό
- 01 αθεράπευτος, μη επεξεργασμένος
未設 みせつ
ουσιαστικό
- 01 αεγκατάστατος, μη τοποθετημένος
- 02 προγραμματισμένος, σχεδιασμένος
未登記 みとうき
ουσιαστικό
- 01 ακαταχώρητος, μη καταχωρημένος
未配当 みはいとう
ουσιαστικό
- 01 αδιανέμητα κέρδη
未払い込み みはらいこみ
ουσιαστικό
- 01 απλήρωτο (κεφάλαιο)
未払費用 みはらいひよう
ουσιαστικό
- 01 δεδουλευμένα έξοδα
未来学 みらいがく
ουσιαστικό
- 01 μελλοντολογία
未練未酌 みれんみしゃく
ουσιαστικό
- 01 μετάνοια και συμπόνια, διατήρηση συναισθηματικού δεσμού και συμπόνιας για κάποιον
未解放部落 みかいほうぶらく
ουσιαστικό
- 01 περιοχή των μπουρακούμιν
未払いローン みはらいローン
ουσιαστικό
- 01 εκκρεμές δάνειο
未申 ひつじさる
ουσιαστικό
- 01 νοτιοδυτικά
未知状態 みちじょうたい
ουσιαστικό
- 01 άγνωστη κατάσταση
未定義値 みていぎち
ουσιαστικό
- 01 αόριστη τιμή
未登録アクセス みとうろくアクセス
ουσιαστικό
- 01 μη εγγεγραμμένη πρόσβαση
未登録所有者識別子 みとうろくしょゆうしゃしきべつし
ουσιαστικό
- 01 αναγνωριστικό μη καταχωρημένου κατόχου
未来学者 みらいがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 μελλοντολόγος
未央柳 びようやなぎ
ουσιαστικό
- 01 υπερικό το μονόγυνο (Hypericum monogynum)
未登録語 みとうろくご
ουσιαστικό
- 01 ακαταχώρητη λέξη