197 αποτελέσματα για «横»

横断切片 おうだんせっぺん

ουσιαστικό

  1. 01 εγκάρσια τομή
横断線 おうだんせん

ουσιαστικό

  1. 01 διατομή, εγκάρσια γραμμή, διαγώνιος, εγκάρσια τομή
横串 よこぐし

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντιο σούβλισμα (π.χ. ψαριών), σουβλιστό κρέας σε οριζόντια διάταξη
  2. 02 συντονισμός μεταξύ διαφορετικών τομέων (ενός οργανισμού, τμήματος κ.λπ.), διατμηματική διασύνδεση, οριζόντια ενοποίηση
横メシ よこめし

ουσιαστικό

  1. 01 συνομιλία σε ξένη γλώσσα κατά τη διάρκεια του φαγητού
  2. 02 δυτικό πιάτο, δυτική κουζίνα
横槌で庭を掃く よこづちでにわをはく

άλλο, ρήμα

  1. 01 προετοιμάζω βιαστικά το σπίτι μου για φιλοξενούμενους, καθαρίζω τον κήπο μου με ξύλινο σφυρί
横断者 おうだんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που διασχίζει (π.χ. τον δρόμο), διαβάτης
横穴式石室 よこあなしきせきしつ

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντιος πέτρινος θάλαμος, τάφος σε σήραγγα τύπου διαδρόμου
横一線 よこいっせん

ουσιαστικό

  1. 01 παραταγμένος σε ευθεία γραμμή, δίπλα-δίπλα, στη σειρά
  2. 02 στήθος με στήθος, ισοδύναμος
横陣 おうじん

ουσιαστικό

  1. 01 παράταξη σε γραμμή, σειρά
横置き よこおき

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντια προσανατολισμένος, τοποθετημένος εγκάρσια
横のつながり よこのつながり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντια σχέση, πλάγιοι δεσμοί, οριζόντια σύνδεση
横展開 よこてんかい

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντια ανάπτυξη (τεχνικών κ.λπ.), εφαρμογή σε άλλους τομείς
横静索 よこせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 αρματωσιά, πλευρικά σκοινιά στήριξης ιστού (εγκατάσταση)
横断地下道 おうだんちかどう

ουσιαστικό

  1. 01 υπόγεια διάβαση, υπόγειος πεζόδρομος
横串検索 よこぐしけんさく

ουσιαστικό

  1. 01 ομοσπονδιακή αναζήτηση
横歩取り よこふどり

ουσιαστικό

  1. 01 γιοκοφουντόρι (άνοιγμα στο σκάκι όπου ο παίκτης καταλαμβάνει το πιόνι της διπλανής στήλης)
横断歩行者 おうだんほこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πεζός που διασχίζει τον δρόμο
横桟 よこざん

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντια δοκός, εγκάρσιο δοκάρι, οριζόντια τραβέρσα, σκαλοπάτι (σκάλας)
横断検索 おうだんけんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οριζόντια αναζήτηση, αναζήτηση σε πολλαπλές βάσεις δεδομένων, αναζήτηση σε πολλές βάσεις δεδομένων ταυτόχρονα με ένα μόνο ερώτημα
横谷 おうこく

ουσιαστικό

  1. 01 εγκάρσια κοιλάδα