238 αποτελέσματα για «機»
機内誌 きないし
ουσιαστικό
- 01 περιοδικό αεροσκάφους
機密保持契約 きみつほじけいやく
ουσιαστικό
- 01 συμφωνία εμπιστευτικότητας, συμφωνία μη αποκάλυψης πληροφοριών, NDA
機嫌気褄を取る きげんきづまをとる
άλλο, ρήμα
- 01 κολακεύω, καλοπιάνω, γλείφομαι, προσεγγίζω με σκοπό την εύνοια, φτιάχνω τη διάθεση (π.χ. σε ένα μωρό)
機種依存 きしゅいぞん
ουσιαστικό
- 01 μηχανοεξαρτώμενος
機動計画 きどうけいかく
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο ελιγμών
機会ロス きかいロス
ουσιαστικό
- 01 απώλεια ευκαιρίας, χάσιμο ευκαιρίας
機嫌気褄 きげんきづま
ουσιαστικό
- 01 διάθεση, ιδιοσυγκρασία, ψυχική κατάσταση
機内通話装置 きないつうわそうち
ουσιαστικό
- 01 ενδοεπικοινωνία, σύστημα ενδοεπικοινωνίας
機種依存文字 きしゅいそんもじ
ουσιαστικό
- 01 χαρακτήρας εξαρτώμενος από το μηχάνημα, χαρακτήρας εξαρτώμενος από την πλατφόρμα
機械コード きかいコード
ουσιαστικό
- 01 εντολή κώδικα, κώδικας μηχανής
機知縦横 きちじゅうおう
ουσιαστικό
- 01 πνευματώδης, πολυμήχανος και εφευρετικός
機織り虫 はたおりむし
ουσιαστικό
- 01 ακρίδα
機能キー きのうキー
ουσιαστικό
- 01 πλήκτρο λειτουργίας
機能語 きのうご
ουσιαστικό
- 01 λειτουργική λέξη
機嫌買い きげんかい
ουσιαστικό
- 01 άστατος, ευμετάβλητος
- 02 ιδιότροπος, απρόβλεπτος
機能単一化文法 きのうたんいつかぶんぽう
ουσιαστικό
- 01 λειτουργική γραμματική ενοποίησης, FUG
機嫌上戸 きげんじょうご
ουσιαστικό
- 01 εύθυμος πότης
機雷艦艇 きらいかんてい
ουσιαστικό
- 01 πλοίο ναρκοπολέμου
機織鳥 はたおりどり
ουσιαστικό
- 01 πλοκοειδές πουλί, πλοκοειδές (οποιοδήποτε από τα διάφορα πουλιά της οικογένειας Πλοκοειδή που υφαίνουν περίτεχνες φωλιές)
機械的エネルギー きかいてきエネルギー
ουσιαστικό
- 01 μηχανική ενέργεια