303 αποτελέσματα για «火»

火かき ひかき

ουσιαστικό

  1. 01 πυροστιά, σίδερο για το ανακάτεμα της στάχτης
火山爆発 かざんばくはつ

ουσιαστικό

  1. 01 ηφαιστειακή έκρηξη
火木 かもく

ουσιαστικό

  1. 01 Τρίτη και Πέμπτη
火蟻 ひあり

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινο εισαγόμενο μυρμήγκι της φωτιάς (Solenopsis invicta)
火渡り ひわたり

ουσιαστικό

  1. 01 πυροβασία (βάδισμα πάνω σε φωτιά ή αναμμένα κάρβουνα)
火焚き ひたき

ουσιαστικό

  1. 01 άναμμα φωτιάς
火焚き ほたき

ουσιαστικό

  1. 01 φεστιβάλ της περιοχής του Κιότο που διεξάγεται τον ενδέκατο σεληνιακό μήνα (κατά το οποίο ανάβονται φωτιές σε ιερά)
火明り ひあかり

ουσιαστικό

  1. 01 φως της φωτιάς
火器管制レーダー かきかんせいレーダー

ουσιαστικό

  1. 01 ραντάρ ελέγχου πυρός
火吹き竹 ひふきだけ

ουσιαστικό

  1. 01 μπαμπού φυσητήρας που χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της φωτιάς
火山湖 かざんこ

ουσιαστικό

  1. 01 κρατηρολίμνη, ηφαιστειακή λίμνη
火星探査機 かせいたんさき

ουσιαστικό

  1. 01 διαστημικό όχημα προσεδάφισης στον Άρη, κινητό ρομπότ εξερεύνησης του Άρη, διαστημικό σκάφος εξερεύνησης του Άρη
火山灰地 かざんばいち

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή καλυμμένη από ηφαιστειακή τέφρα
火口壁 かこうへき

ουσιαστικό

  1. 01 τοίχωμα κρατήρα
火水木金 かすいもくきん

ουσιαστικό

  1. 01 Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή
火事と喧嘩は江戸の華 かじとけんかはえどのはな

άλλο

  1. 01 οι πυρκαγιές και οι καυγάδες είναι τα άνθη του Έντο
火焔太鼓 かえんだいこ

ουσιαστικό

  1. 01 δαδαΐκο, τυμπάνο με διακόσμηση φλογών
火花放電 ひばなほうでん

ουσιαστικό

  1. 01 σπινθηριστική εκκένωση
火口原 かこうげん

ουσιαστικό

  1. 01 πυθμένας κρατήρα, λεκάνη κρατήρα
火薬陰謀事件 かやくいんぼうじけん

ουσιαστικό

  1. 01 Συνωμοσία της Πυρίτιδας (του 1605)