286 αποτελέσματα για «物»

物理層 ぶつりそう

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικό επίπεδο, φυσικό στρώμα (PHY)
物詣で ものもうで

ουσιαστικό

  1. 01 επίσκεψη σε ναό για προσκύνημα
物的損害 ぶってきそんがい

ουσιαστικό

  1. 01 υλική ζημιά
物質論 ぶっしつろん

ουσιαστικό

  1. 01 υλισμός
物哀れ ものあわれ

επίθετο

  1. 01 κάπως αξιολύπητος
物質代謝 ぶっしつたいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβολισμός
物質文化 ぶっしつぶんか

ουσιαστικό

  1. 01 υλικός πολιτισμός
物税 ぶつぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος επί αγαθών και προσωπικών αντικειμένων
物権 ぶっけん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπράγματα δικαιώματα
物理主義 ぶつりしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικαλισμός
物価統制 ぶっかとうせい

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος τιμών
物新しい ものあたらしい

επίθετο

  1. 01 κάπως καινούργιος
物置台 ものおきだい

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλό τραπεζάκι, μικρό τραπέζι
物損事故 ぶっそんじこ

ουσιαστικό

  1. 01 τροχαίο ατύχημα με υλικές ζημιές
物的資源 ぶつてきしげん

ουσιαστικό

  1. 01 υλικοί πόροι
物心一如 ぶっしんいちにょ

άλλο

  1. 01 ύλη και νους ως ένα, σώμα και πνεύμα ως ένα
物理学校 ぶつりがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην Σχολή Φυσικής του Τόκιο (από το 1951 Πανεπιστήμιο Επιστημών του Τόκιο)
物言えば唇寒し秋の風 ものいえばくちびるさむしあきのかぜ

άλλο

  1. 01 η σιωπή είναι χρυσός
物品税 ぶっぴんぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος κατανάλωσης, ειδικός φόρος κατανάλωσης
物活論 ぶっかつろん

ουσιαστικό

  1. 01 ανιμισμός, υλοζωισμός