395 αποτελέσματα για «特»
特定保健用食品 とくていほけんようしょくひん
ουσιαστικό
- 01 τρόφιμο για ειδικούς διατροφικούς σκοπούς (π.χ. μείωση χοληστερόλης), ειδικά τρόφιμα για την υγεία, χαρακτηρισμένα τρόφιμα για την υγεία
特許技術 とっきょぎじゅつ
ουσιαστικό
- 01 πατενταρισμένη τεχνολογία
特別急行 とくべつきゅうこう
ουσιαστικό
- 01 υπερταχεία (τρένο για το οποίο απαιτείται εισιτήριο υπερταχείας)
- 02 υπερταχεία (τρένο που πραγματοποιεί περιορισμένο αριθμό στάσεων)
特殊法人 とくしゅほうじん
ουσιαστικό
- 01 ημικρατικός οργανισμός
特別損失 とくべつそんしつ
ουσιαστικό
- 01 έκτακτη ζημία
特措法 とくそほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος ειδικών μέτρων
特別委 とくべつい
ουσιαστικό
- 01 ειδική επιτροπή
特殊撮影 とくしゅさつえい
ουσιαστικό
- 01 ειδικά εφέ, ειδικές λήψεις (τοκουσού σατσουέι)
特配 とくはい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ειδική διανομή μερίδας, ειδικό πριμ ή μέρισμα
特快 とっかい
ουσιαστικό
- 01 ειδικό ταχύρρυθμο τρένο (τοπικής γραμμής), ειδικό τρένο ταχείας κυκλοφορίας
特別職 とくべつしょく
ουσιαστικό
- 01 ειδική θέση στη δημόσια υπηρεσία (εξαιρείται από την εφαρμογή του Νόμου περί Τοπικής Δημόσιας Υπηρεσίας)
特別教授 とくべつきょうじゅ
ουσιαστικό
- 01 διακεκριμένος καθηγητής
特別会計 とくべつかいけい
ουσιαστικό
- 01 ειδικός λογαριασμός
特定警戒 とくていけいかい
ουσιαστικό
- 01 ειδική επιτήρηση, αυξημένη ετοιμότητα
特別少年院 とくべつしょうねんいん
ουσιαστικό
- 01 ειδικό αναμορφωτήριο ανηλίκων, ειδική σχολή αναμόρφωσης, αναμορφωτήριο για ανήλικους με σοβαρά ποινικά αδικήματα
特別会 とくべつかい
ουσιαστικό
- 01 έκτακτη σύνοδος της Δίαιτας, ειδική σύνοδος του ιαπωνικού κοινοβουλίου, σύνοδος της Δίαιτας που πρέπει να συγκαλείται εντός τριάντα ημερών από γενικές εκλογές
特別国会 とくべつこっかい
ουσιαστικό
- 01 ειδική σύνοδος της Δίαιτας, έκτακτη σύνοδος του κοινοβουλίου, κοινοβουλευτική σύνοδος που οφείλει να συγκαλείται εντός τριάντα ημερών από τη διεξαγωγή γενικών εκλογών
特別抗告 とくべつこうこく
ουσιαστικό
- 01 ειδική έφεση τοκουμπέτσου κόκοκου
特需景気 とくじゅけいき
ουσιαστικό
- 01 οικονομική άνθηση λόγω ειδικών προμηθειών, ειδικά σε καιρό πολέμου
特殊作戦部隊 とくしゅさくせんぶたい
ουσιαστικό
- 01 ειδικές δυνάμεις επιχειρήσεων