318 αποτελέσματα για «発»

発頭 はつがしら

ουσιαστικό

  1. 01 το ριζικό χατσγκασίρα (δηλαδή το ριζικό με την τελεία και τη στέγη), το 105ο ριζικό
発光素子 はっこうそし

ουσιαστικό

  1. 01 φωτοεκπέμπουσα διάταξη (οπτικές ίνες)
発芽玄米 はつがげんまい

ουσιαστικό

  1. 01 βλαστημένο καστανό ρύζι, φυτρωμένο καστανό ρύζι
発電効率 はつでんこうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 απόδοση ηλεκτροπαραγωγής, ενεργειακή απόδοση παραγωγής
発作性 ほっさせい

ουσιαστικό

  1. 01 παροξυσμικός, κριτικός
発会式 はっかいしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή έναρξης
発禁本 はっきんぼん

ουσιαστικό

  1. 01 απαγορευμένο βιβλίο
発航 はっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόπλους (πλοίου), αναχώρηση (πλοίου)
発光生物 はっこうせいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 φωσφορίζων οργανισμός, βιοφωταυγής οργανισμός
発酵素 はっこうそ

ουσιαστικό

  1. 01 ζυμωτικό ένζυμο
発酵乳 はっこうにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ζυμωμένο γάλα, καλλιεργημένο γάλα, προϊόν ζυμωμένου γάλακτος
発菩提心 ほつぼだいしん

ουσιαστικό

  1. 01 απόφαση για ενστερνισμό του Βουδισμού, απόφαση για αναζήτηση της φώτισης, επιδίωξη θρησκευτικής αφύπνισης
発着枠 はっちゃくわく

ουσιαστικό

  1. 01 χρονοθυρίδα αεροδρομίου, χρονοθυρίδες απογείωσης και προσγείωσης, χρονοθυρίδες αναχώρησης και άφιξης
発信者表示 はっしんしゃひょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 ένδειξη καλούντος
発達心理学 はったつしんりがく

ουσιαστικό

  1. 01 αναπτυξιακή ψυχολογία
発光器 はっこうき

ουσιαστικό

  1. 01 φωτοφόρο όργανο, φωτοφόρο
発射基地 はっしゃきち

ουσιαστικό

  1. 01 βάση εκτόξευσης (για πυραύλους, ρουκέτες, κ.λπ.)
発見的 はっけんてき

επίθετο

  1. 01 ευρετικός
発電器官 はつでんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτροπαραγωγό όργανο
発展家 はってんか

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικάς, άνδρας ή γυναίκα με έντονη ερωτική ζωή, άτομο που ζει έκλυτο βίο