359 αποτελέσματα για «相»
相互乗り入れ そうごのりいれ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αμοιβαία χρήση εγκαταστάσεων εταιρειών (π.χ. σιδηροδρομικές γραμμές για διαμπερή δρομολόγια, αερολιμενικές εγκαταστάσεις, κοινοχρησία κωδικών πτήσεων κ.λπ.)
相乗積 そうじょうせき
ουσιαστικό
- 01 γινόμενο
相撲界 すもうかい
ουσιαστικό
- 01 κόσμος του σούμο, κοινότητα της πάλης σούμο
相照らす あいてらす
ρήμα
- 01 αλληλοφωτίζομαι
相続分 そうぞくぶん
ουσιαστικό
- 01 μερίδιο κληρονομιάς, κληρονομικό μερίδιο, κληρονομικό τμήμα
相乗作用 そうじょうさよう
ουσιαστικό
- 01 συνέργεια
相互排除 そうごはいじょ
ουσιαστικό
- 01 αμοιβαίος αποκλεισμός
相撲甚句 すもうじんく
ουσιαστικό
- 01 σουμοτζίνκου, τραγούδι με θέμα το σούμο, τραγούδι που ερμηνεύεται σε εκδηλώσεις σούμο
相対運動 そうたいうんどう
ουσιαστικό
- 01 σχετική κίνηση
相互参照 そうごさんしょう
ουσιαστικό
- 01 παραπομπή
相星 あいぼし
ουσιαστικό
- 01 παλαιστές με το ίδιο ρεκόρ νικών-ηττών στο τέλος ενός τουρνουά
相互主義 そうごしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 αρχή της αμοιβαιότητας
相補性 そうほせい
ουσιαστικό
- 01 συμπληρωματικότητα, αλληλοσυμπλήρωση
相利共生 そうりきょうせい
ουσιαστικό
- 01 αμοιβαιότητα, συμβίωση
相隣る あいとなる
ρήμα
- 01 γειτονεύω, βρίσκομαι δίπλα σε κάποιον άλλον
相撲にならない すもうにならない
άλλο
- 01 δεν στέκεται ως αντίπαλος, δεν φτάνει ούτε στο μικρό δαχτυλάκι
相称 そうしょう
ουσιαστικό
- 01 συμμετρία
相和する あいわする
ρήμα
- 01 συμφωνώ, εναρμονίζομαι, ταιριάζω καλά μαζί
相婿 あいむこ
ουσιαστικό
- 01 μπατζανάκης
相向かい あいむかい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 αντικριστός, απέναντι, αντίκρυ, ο ένας απέναντι στον άλλον