193 αποτελέσματα για «知»

知能ロボット ちのうロボット

ουσιαστικό

  1. 01 έξυπνο ρομπότ
知識経済 ちしきけいざい

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομία της γνώσης
知識基盤社会 ちしききばんしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνία της γνώσης
知らぬ仏より馴染みの鬼 しらぬほとけよりなじみのおに

άλλο

  1. 01 καλύτερα το γνωστό κακό παρά το άγνωστο καλό, καλύτερα ο δαίμονας που ξέρεις παρά ο βούδας που δεν ξέρεις
知られる しられる

ρήμα

  1. 01 γίνομαι γνωστός, είμαι γνωστός
知恵の板 ちえのいた

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι αποσύνθεσης, παζλ με γεωμετρικά σχήματα (τάνγκραμ, τσιέ νο ίτα της Σέι Σονάγκον, κ.λπ.)
知る者は言わず言う者は知らず しるものはいわずいうものはしらず

άλλο

  1. 01 όποιος ξέρει δεν μιλάει, όποιος μιλάει δεν ξέρει, εκείνοι που ξέρουν δεν μιλούν, εκείνοι που μιλούν δεν ξέρουν
知覚障害 ちかくしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή της αντίληψης, αισθητηριακή διαταραχή
知らんがために我は信ず しらんがためにわれはしんず

άλλο

  1. 01 πιστεύω για να κατανοήσω, credo ut intelligam
知らぬ間に しらぬまに

άλλο

  1. 01 πριν το καταλάβει κανείς, χωρίς να το αντιληφθεί, εν αγνοία του, δίχως να προσέξει
知障 ちしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματική αναπηρία, νοητική υστέρηση
知々夫国 ちちぶのくに

ουσιαστικό

  1. 01 Τσιτσίμπου (πρώην επαρχία που βρισκόταν στον σημερινό νομό Σαϊτάμα)
知的発達障害 ちてきはったつしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διανοητική αναπτυξιακή διαταραχή
知育玩具 ちいくがんぐ

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτικό παιχνίδι
知的障害者福祉法 ちてきしょうがいしゃふくしほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί πρόνοιας ατόμων με νοητική αναπηρία
知能程度 ちのうていど

ουσιαστικό

  1. 01 διανοητικό επίπεδο, ο βαθμός ευφυΐας κάποιου
知らんけど しらんけど

άλλο

  1. 01 δεν ξέρω βέβαια, ή κάπως έτσι, ή έτσι άκουσα, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, υποθέτω
知恵が回る ちえがまわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαθέτω γρήγορη αντίληψη, σκέφτομαι γρήγορα, είμαι οξύνους
知らぬ顔の半兵衛 しらぬかおのはんべえ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 υποκριτική άγνοια, προσποίηση ότι δεν γνωρίζω
知識の蒸留 ちしきのじょうりゅう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απόσταξη γνώσης (ειδικότερα στη μηχανική μάθηση)