289 αποτελέσματα για «石»

石槨 せっかく

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρινος ταφικός θάλαμος
石油プラットフォーム せきゆプラットフォーム

ουσιαστικό

  1. 01 εξέδρα άντλησης πετρελαίου, πετρελαϊκή εξέδρα
石蝋 せきろう

ουσιαστικό

  1. 01 παραφίνη
石鹸玉 せっけんだま

ουσιαστικό

  1. 01 μπάλα σαπουνιού
  2. 02 φούσκα σαπουνιού
石焼ビビンバ いしやきビビンバ

ουσιαστικό

  1. 01 ισιακι μπιμπίμπαπ, κορεάτικο πιάτο με ρύζι (μπιμπίμπαπ) που σερβίρεται σε καυτό πέτρινο σκεύος
石貝 いしがい

ουσιαστικό

  1. 01 ισιγκάι (είδος γλυκού νερού μύδι)
石蟹 いしがに

ουσιαστικό

  1. 01 ακανθόκαβουρας
石にしがみついても いしにしがみついても

άλλο

  1. 01 με κάθε θυσία, ό,τι κι αν γίνει
石門心学 せきもんしんがく

ουσιαστικό

  1. 01 σεκιμόν σινγκάκου, ηθική φιλοσοφία της περιόδου Έντο που συνδύαζε βουδιστικές, σιντοϊστικές και κομφουκιανές ηθικές διδασκαλίες
石油化学工業 せきゆかがくこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 πετροχημική βιομηχανία
石鹸皿 せっけんざら

ουσιαστικό

  1. 01 σαπουνοθήκη
石持草 いしもちそう

ουσιαστικό

  1. 01 ισιμοτσι-σό (Drosera peltata), ωχρό ηλιοάνθεμο
石炭液化 せきたんえきか

ουσιαστικό

  1. 01 υγροποίηση άνθρακα
石川県立美術館 いしかわけんりつびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Μουσείο Τέχνης της Νομαρχίας Ισικάουα, IPMA
石炭ガス せきたんガス

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρακαέριο
石鹸工場 せっけんこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργοστάσιο σαπουνιού
石黄 せきおう

ουσιαστικό

  1. 01 αρσενικούχο κίτρινο, ορπιμέντο
石鹸入れ せっけんいれ

ουσιαστικό

  1. 01 σαπουνοθήκη
石敢當 いしがんとう

ουσιαστικό

  1. 01 ισιγκαντό, πέτρινη πλάκα χαραγμένη με τη λέξη «ισιγκαντό» που τοποθετείται σε διασταυρώσεις, πέτρινους τοίχους κ.λπ. στη νότια Κιούσου και την Οκινάουα για να απομακρύνει τα κακά πνεύματα, προέρχεται από κινεζικό έθιμο
石飛ばし いしとばし

ουσιαστικό

  1. 01 ρίψη πλακέ πέτρας στο νερό ώστε να αναπηδά, πλατσαύρισμα