189 αποτελέσματα για «細»
細胞質基質 さいぼうしつきしつ
ουσιαστικό
- 01 κυτταρόπλασμα
細胞毒 さいぼうどく
ουσιαστικό
- 01 κυτταροτοξίνη, κυτταρικό δηλητήριο
細胞器官 さいぼうきかん
ουσιαστικό
- 01 οργανίδιο
細糸期 さいしき
ουσιαστικό
- 01 λεπτοταινία (στάδιο της μείωσης)
細気管支 さいきかんし
ουσιαστικό
- 01 βρογχιόλιο
細胞内共生 さいぼうないきょうせい
ουσιαστικό
- 01 ενδοσυμβίωση
細菌性膣炎 さいきんせいちつえん
ουσιαστικό
- 01 βακτηριακή κολπίτιδα, ΒΚ
細柄楓 ほそえかえで
ουσιαστικό
- 01 χοσοέκαεντε (είδος σφενδάμου, επιστημονική ονομασία Acer capillipes), σφένδαμος με κόκκινο φλοιό
細麦 ほそむぎ
ουσιαστικό
- 01 πολυετές αιγίλωπας (Lolium perenne), αγγλική σίκαλη, χειμερινή σίκαλη
細注 さいちゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναλυτική σημείωση, πλήρης επεξήγηση
- 02 σημείωση με μικρά γράμματα
細街路 さいがいろ
ουσιαστικό
- 01 στενό δρομάκι (πλάτους μικρότερου των 4 μέτρων), στενό σοκάκι
細作 さいさく
ουσιαστικό
- 01 κατάσκοπος, μυστικός πράκτορας, νίντζα
細田派 ほそだは
ουσιαστικό
- 01 φατρία Χοσοντά (του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος), Σεϊβά Σεϊσάκου Κενκιουκάι
細書 さいしょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γραφή με μικρά γράμματα, κείμενο γραμμένο με μικρά και πυκνά γράμματα
- 02 λεπτομερής γραφή
細枝 ほそえだ
ουσιαστικό
- 01 λεπτό κλαδί, βέργα
細ネギ ほそねぎ
ουσιαστικό
- 01 φρέσκα κρεμμυδάκια, τρυφερά στελέχη φρέσκου κρεμμυδιού
細菌学者 さいきんがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 μικροβιολόγος
細胞口 さいぼうこう
ουσιαστικό
- 01 κυτταρόστομα
細縁亀虫 ホソヘリカメムシ
ουσιαστικό
- 01 χοσοχερικάμεμουσι (είδος βρωμούσας με πλατύ κεφάλι)
細縁 ほそぶち
ουσιαστικό
- 01 λεπτό πλαίσιο (π.χ. σε γυαλιά), λεπτό άκρο