168 αποτελέσματα για «美»
美術室 びじゅつしつ
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα καλλιτεχνικών (π.χ. σε σχολείο), εργαστήριο ζωγραφικής
美容整形外科 びようせいけいげか
ουσιαστικό
- 01 αισθητική χειρουργική, πλαστική χειρουργική
- 02 τμήμα αισθητικής χειρουργικής, τμήμα πλαστικής χειρουργικής
美ヶ原高原美術館 うつくしがはらこうげんびじゅつかん
ουσιαστικό
- 01 υπαίθριο μουσείο Ουτσουκουσιγκαχάρα
美作女子大学 みまさかじょしだいがく
ουσιαστικό
- 01 Γυναικείο Κολλέγιο Μιμασάκα
美津濃 みづの
ουσιαστικό
- 01 Μιζούνο Κορπορέισον
美作大学 みまさかだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Μιμασάκα
美しく青きドナウ うつくしくあおきドナウ
ουσιαστικό
- 01 Ο γαλάζιος Δούναβης (βαλς του Γιόχαν Στράους του νεότερου), An der schönen, blauen Donau
美
- 01 ομορφιά
- 02 όμορφος