189 αποτελέσματα για «表»

表面活性剤 ひょうめんかっせいざい

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειοδραστική ουσία, τασιενεργό
表皮効果 ひょうひこうか

ουσιαστικό

  1. 01 επιδερμικό φαινόμενο
表現型の可塑性 ひょうげんがたのかそせい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φαινοτυπική πλαστικότητα
表現型多型 ひょうげんがたたけい

ουσιαστικό

  1. 01 πολυφαινισμός
表割 ひょうかつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακή σχισμή
表皮ダニ ひょうひダニ

ουσιαστικό

  1. 01 ακάρεα της οικιακής σκόνης (γένος Dermatophagoides)
表事 ひょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι, οιωνός, προμήνυμα, αγγελιοφόρος, προάγγελος
表面利率 ひょうめんりりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ονομαστικό επιτόκιο
表年 おもてどし

ουσιαστικό

  1. 01 χρονιά με μεγάλη παραγωγή, καλή σοδειά (για φρούτα, κ.ά.)
  2. 02 χρονιά με υψηλά επίπεδα γύρης
表情ジワ ひょうじょうジワ

ουσιαστικό

  1. 01 ρυτίδα έκφρασης, ρινοχειλική αύλακα
表千家 おもてせんけ

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή ιαπωνικής τελετής τσαγιού Ομοτεσένκε
表流 おもてりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή τελετουργικού τσαγιού Ομοτεσένκε
表面重力 ひょうめんじゅうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακή βαρύτητα
表面温度 ひょうめんおんど

ουσιαστικό

  1. 01 θερμοκρασία επιφάνειας
表菅原 おもてすがわら

ουσιαστικό

  1. 01 συνδυασμός πόντων στο παιχνίδι χάναφουντα που αποτελείται από τα φύλλα των 20 πόντων του Ιανουαρίου και του Μαρτίου και το φύλλο των 10 πόντων του Φεβρουαρίου
表面抵抗 ひょうめんていこう

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακή αντίσταση
表参道 おもてさんどう

ουσιαστικό

  1. 01 κύρια οδός πρόσβασης προς ιερό ή ναό
表見支配人 ひょうけんしはいにん

ουσιαστικό

  1. 01 φαινομενικός διαχειριστής, υπεύθυνος γραφείου μιας επιχείρησης
表面処理 ひょうめんしょり

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακή κατεργασία
表皮壊死 ひょうひえし

ουσιαστικό

  1. 01 επιδερμιδική νέκρωση