242 αποτελέσματα για «身»

身銭 みぜに

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικά χρήματα
身を誤る みをあやまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποπίπτω σε σφάλμα, παίρνω λάθος δρόμο, εκτρέπομαι
身に覚えの無い みにおぼえのない

άλλο

  1. 01 δεν έχω καμία ανάμνηση (κάποιου πράγματος), δεν έχω καμία σχέση με (κάτι), δεν έχω γνώση για, δεν γνωρίζω τίποτα για
身元保証 みもとほしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εγγύηση προσωπικών στοιχείων
身奇麗 みぎれい

επίθετο

  1. 01 περιποιημένος (εμφάνιση), καθαρός
身の回り品 みのまわりひん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικά αντικείμενα, είδη προσωπικής χρήσης
身も世もあらぬ みもよもあらぬ

άλλο

  1. 01 σπαρακτικός, απελπισμένος, αθεράπευτος, γεμάτος θλίψη
身請け金 みうけがね

ουσιαστικό

  1. 01 το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την εξαγορά μιας γκέισας ή μιας ιερόδουλης ώστε να απελευθερωθεί από τον δεσμό της
身分柄 みぶんがら

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική θέση, κοινωνικό στάτους
身元不明者 みもとふめいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αγνώστων στοιχείων πρόσωπο
身体障害者 しんたいしょうがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με κινητική αναπηρία, άτομο με σωματική αναπηρία
身の置き所もない みのおきどころもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν ξέρω πού να κρυφτώ (από αμηχανία κ.λπ.), νιώθω άβολα, νιώθω ότι δεν ανήκω κάπου
身を修める みをおさめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 τακτοποιώ τη ζωή μου
身体上 しんたいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σωματικός, σωματεικός
身体改造 しんたいかいぞう

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική τροποποίηση
身過ぎ世過ぎ みすぎよすぎ

ουσιαστικό

  1. 01 βιοπορισμός, τα προς το ζην
身分意識 みぶんいしき

ουσιαστικό

  1. 01 ταξική συνείδηση, επίγνωση της κοινωνικής θέσης κάποιου
身を捨ててこそ浮かぶ瀬もあれ みをすててこそうかぶせもあれ

άλλο

  1. 01 αν δεν ρισκάρεις, δεν κερδίζεις
身口意 しんくい

ουσιαστικό

  1. 01 πράξη, λόγος και σκέψη
身体障害 しんたいしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική αναπηρία, κινητικό πρόβλημα