178 αποτελέσματα για «追»

追加保証金 ついかほしょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματική εγγύηση, καταβολή περιθωρίου ασφαλείας
追われる身 おわれるみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 καταζητούμενο πρόσωπο, φυγάς, κυνηγημένος
追跡サービス ついせきサービス

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία εντοπισμού δέματος
追加接種 ついかせっしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ενισχυτική δόση εμβολίου, επαναληπτική δόση εμβολίου
追い込み馬 おいこみば

ουσιαστικό

  1. 01 ίππος που επιταχύνει στην τελική ευθεία
追跡ステーション ついせきステーション

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός παρακολούθησης
追い切り おいきり

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμαστική κούρσα (για άλογα ιπποδρομιών)
追悼の辞 ついとうのじ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 επικήδειος λόγος, νεκρολογία
追視 ついし

ουσιαστικό

  1. 01 οπτική παρακολούθηση (αντικειμένων)
追跡妄想 ついせきもうそう

ουσιαστικό

  1. 01 παραλήρημα καταδίωξης, ψευδαίσθηση καταδίωξης
追いライン おいライン

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολή συμπληρωματικού μηνύματος (στο LINE) πριν ληφθεί απάντηση
追加関税 ついかかんぜい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθετος δασμός, πρόσθετος δασμολογικός συντελεστής
追熟 ついじゅく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετασυλλεκτική ωρίμανση, ωρίμανση μετά τη συγκομιδή
追いがつお おいがつお

ουσιαστικό

  1. 01 πλούσιος ζωμός από παλαμίδα
追星 おいぼし

ουσιαστικό

  1. 01 αναπαραγωγικά φύματα, μαργαριτοειδή όργανα, φυμάτια αναπαραγωγής
追随を許さない ついずいをゆるさない

άλλο

  1. 01 ασυναγώνιστος, ανώτερος όλων, χωρίς αντίπαλο, μοναδικός στο είδος του
追手門学院大学 おうてもんがくいんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ούτεμον Γκάκουιν
  1. 01 κυνηγώ
  2. 02 διώχνω, απομακρύνω
  3. 03 ακολουθώ
  4. 04 καταδιώκω, επιδιώκω
  5. 05 εν τω μεταξύ