377 αποτελέσματα για «通»

通勤者 つうきんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος που μετακινείται καθημερινά
通船 つうせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πορθμείο, φορτηγίδα
通観 つうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γενική επισκόπηση
通り合わせる とおりあわせる

ρήμα

  1. 01 συναντώ τυχαία, πέφτω πάνω σε κάποιον ή κάτι
通弊 つうへい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινό κακό, συνηθισμένο ελάττωμα
通信経路 つうしんけいろ

ουσιαστικό

  1. 01 δίαυλος επικοινωνίας, κανάλι επικοινωνίας
通運 つううん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά εμπορευμάτων, διαμετακόμιση
通航 つうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ναυσιπλοΐα, πλεύση
通い婚 かよいこん

ουσιαστικό

  1. 01 γαμος στον οποίο το ζευγάρι ζει χωριστά και επισκέπτεται περιστασιακά ο ένας τον άλλον
通事 つうじ

ουσιαστικό

  1. 01 διερμηνέας (ιδιαίτερα της ολλανδικής και κινεζικής γλώσσας κατά την περίοδο Έντο), διερμηνεία
  2. 02 δικαστικός διερμηνέας
通信事業 つうしんじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλάδος των τηλεπικοινωνιών
通し矢 とおしや

ουσιαστικό

  1. 01 τοσίγια, τοξοβολία μεγάλων αποστάσεων
通知状 つうちじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδοποίηση, ενημερωτική επιστολή
通信機関 つうしんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 μέσα επικοινωνίας, εγκαταστάσεις επικοινωνίας, μέσα επικοινωνίας
通水 つうすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκπλυση (με νερό ή άλλο υγρό), διέλευση νερού μέσα από κάτι
通信事業者 つうしんじぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεπικοινωνιακός πάροχος
通信プロトコル つうしんプロトコル

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτόκολλο μετάδοσης, πρωτόκολλο επικοινωνίας
通行権 つうこうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα διέλευσης
通り相場 とおりそうば

ουσιαστικό

  1. 01 τρέχουσα τιμή, γενική πρακτική
通所 つうしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 η τακτική μετάβαση σε ίδρυμα κοινωνικής πρόνοιας