353 αποτελέσματα για «連»

連銭葦毛 れんぜんあしげ

ουσιαστικό

  1. 01 φαιό με κηλίδες (χρώμα τριχώματος αλόγου), γκρίζο με κηλίδες
むらじ

ουσιαστικό

  1. 01 μουράτζι (κληρονομικός τίτλος, αρχικά ένας από τους δύο ανώτατους τίτλους, αργότερα υποβιβάστηκε στον έβδομο υψηλότερο από τους οκτώ)
連邦大統領 れんぽうだいとうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ομοσπονδιακός πρόεδρος (για παράδειγμα στη Γερμανία)
連破 れんぱ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδοχική νίκη, επανειλημμένη επικράτηση επί του αντιπάλου
連音 れんおん

ουσιαστικό

  1. 01 σάντι, φωνολογική αλλοίωση
  2. 02 σύνδεση, συνεκφώνηση
  3. 03 τρίλιος, πάταγος
連邦最高裁判所 れんぽうさいこうさいばんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατο ομοσπονδιακό δικαστήριο (ΗΠΑ, Βραζιλία, κ.λπ.), ανώτατο δικαστήριο (Αυστραλία)
連続運転 れんぞくうんてん

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχής λειτουργία (μηχανήματος κ.λπ.), συνεχής λειτουργία
連結決算 れんけつけっさん

ουσιαστικό

  1. 01 ενοποιημένος ισολογισμός
連絡調整 れんらくちょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 διασύνδεση και συντονισμός
連動性 れんどうせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεση, συνκίνηση, συσχετισμός, αλληλεξάρτηση
連続写像 れんぞくしゃぞう

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχής μετασχηματισμός, συνεχής απεικόνιση
連結式 れんけつしき

ουσιαστικό

  1. 01 έκφραση συνένωσης
連帯債務 れんたいさいむ

ουσιαστικό

  1. 01 εις ολόκληρον ευθύνη
連結集合 れんけつしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 συνεκτικό σύνολο
連鎖店 れんさてん

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσιδωτό κατάστημα
連分数 れんぶんすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχές κλάσμα
連合赤軍 れんごうせきぐん

ουσιαστικό

  1. 01 Ενωμένος Κόκκινος Στρατός (ανενεργή ιαπωνική ένοπλη μαχητική οργάνωση)
連符 れんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 ρένπου (για παράδειγμα τρίηχο)
連体 れんたい

ουσιαστικό

  1. 01 επιθετικός προσδιορισμός, επιθετική χρήση ουσιαστικού
連立内閣 れんりつないかく

ουσιαστικό

  1. 01 κυβέρνηση συνασπισμού, υπουργικό συμβούλιο συνασπισμού