224 αποτελέσματα για «過»

過熟児 かじゅくじ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερώριμο νεογνό
過剰流動性 かじょうりゅうどうせい

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβάλλουσα ρευστότητα
過渡現象 かとげんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβατικό φαινόμενο
過熱蒸気 かねつじょうき

ουσιαστικό

  1. 01 υπερθερμασμένος ατμός
過敏性大腸症候群 かびんせいだいちょうしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
過飽和蒸気 かほうわじょうき

ουσιαστικό

  1. 01 υπερκορεσμένος ατμός
過燐酸石灰 かりんさんせっかい

ουσιαστικό

  1. 01 υπερφωσφορικό ασβέστιο
過ちては則ち改むるに憚ること勿れ あやまちてはすなわちあらたむるにはばかることなかれ

άλλο

  1. 01 όταν κάνεις ένα λάθος, μην διστάσεις να το διορθώσεις, μην καθυστερείς να επανορθώσεις για τα σφάλματά σου
過失殺人 かしつさつじん

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρωποκτονία εξ αμελείας
過ちを観て斯に仁を知る あやまちをみてここにじんをしる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρατηρώ τα αίτια και το είδος των σφαλμάτων κάποιου, ώστε να κατανοήσω αν διαθέτει αρετή ή όχι
過去の再審 かこのさいしん

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικός αναθεωρητισμός
過剰規制 かじょうきせい

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολική ρύθμιση
過去時制 かこじせい

ουσιαστικό

  1. 01 παρακείμενος, αόριστος
過マンガン酸塩 かマンガンさんえん

ουσιαστικό

  1. 01 υπερμαγγανικό άλας
過ヨウ素酸 かようそさん

ουσιαστικό

  1. 01 υπεριοδικό οξύ
過塩素酸塩 かえんそさんえん

ουσιαστικό

  1. 01 υπερχλωρικό άλας
過少資本 かしょうしほん

ουσιαστικό

  1. 01 ανεπαρκές κεφάλαιο, υποκεφαλαιοποίηση
過剰虹 かじょうにじ

ουσιαστικό

  1. 01 υπεράριθμο ουράνιο τόξο
過雁 かがん

ουσιαστικό

  1. 01 αγριόχηνα εν πτήσει
過失責任主義 かしつせきにんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή της υπαιτιότητας