219 αποτελέσματα για «野»

野外フェスティバル やがいフェスティバル

ουσιαστικό

  1. 01 φεστιβάλ μουσικής σε εξωτερικό χώρο
野良アプリ のらアプリ

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμογή εγκατεστημένη εκτός καταστήματος, μη επαληθευμένη εφαρμογή, εφαρμογή για smartphone που δεν διανέμεται μέσω επίσημου καταστήματος εφαρμογών
野蚕 やさん

ουσιαστικό

  1. 01 άγριος μεταξοσκώληκας
野球評論家 やきゅうひょうろんか

ουσιαστικό

  1. 01 σχολιαστής μπέιζμπολ
野分き のわき

ουσιαστικό

  1. 01 τυφώνας στις αρχές του φθινοπώρου
野鶏 やけい

ουσιαστικό

  1. 01 αγριόκοτα
野球熱 やきゅうねつ

ουσιαστικό

  1. 01 πυρετός του μπέιζμπολ, ενθουσιασμός για το μπέιζμπολ
野戦特科 やせんとっか

ουσιαστικό

  1. 01 πυροβολικό πεδίου
野飼い のがい

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερη βοσκή (π.χ. βοοειδή), αφήνω ελεύθερο (για βοσκή)
野うさぎ のうさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 λαγός (ειδικότερα ο ιαπωνικός λαγός, Lepus brachyurus)
  2. 02 άγριο κουνέλι
野茉莉 エゴノキ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός στύρακας (Styrax japonicus)
野路子 のじこ

ουσιαστικό

  1. 01 κιτρινοσουσουράδα (Emberiza sulphurata)
野牡丹 のぼたん

ουσιαστικό

  1. 01 ασιατικό μελάστομα (Melastoma candidum)
野雁 のがん

ουσιαστικό

  1. 01 ωτίδα (ειδικότερα η μεγάλη ωτίδα, Otis tarda)
野口啄木鳥 のぐちげら

ουσιαστικό

  1. 01 νογκούτσι-γκέρα (Sapheopipo noguchii)
野芥子 のげし

ουσιαστικό

  1. 01 σογχός (Sonchus oleraceus), γάλακτο χόρτο
野襤褸菊 のぼろぎく

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή γνεφάρα (Senecio vulgaris)
野鶲 のびたき

ουσιαστικό

  1. 01 ευρωπαϊκός καστανολαίμης (Saxicola torquata)
野壷 のつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 δεξαμενή ακαθαρσιών σκαμμένη στο χωράφι, υπαίθρια τουαλέτα
野生動物保護団体 やせいどうぶつほごだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 οργάνωση προστασίας άγριας ζωής