550 αποτελέσματα για «金»
金砂 きんしゃ
ουσιαστικό
- 01 χρυσόσκονη, χρυσή άμμος
金ボタン きんボタン
ουσιαστικό
- 01 χρυσό κουμπί, μεταλλικό κουμπί
- 02 μαθητική στολή αγοριού
- 03 μαθητής
金柑 きんかん
ουσιαστικό
- 01 κινκάο
金遣いの荒い かねずかいのあらい
άλλο
- 01 σπάταλος, αλόγιστος στα έξοδά του
金製 きんせい
ουσιαστικό
- 01 χρυσός, κατασκευασμένος από χρυσό
金を費やす かねをついやす
άλλο, ρήμα
- 01 ξοδεύω χρήματα, δαπανώ χρήματα
金を遣う かねをつかう
άλλο, ρήμα
- 01 ξοδεύω χρήματα
金神 こんじん
ουσιαστικό
- 01 Κοντζίν, θεότητα των άτυχων κατευθύνσεων
金属探知 きんぞくたんち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανίχνευση μετάλλων
金を回す かねをまわす
άλλο, ρήμα
- 01 διαθέτω χρήματα (π.χ. δανείζοντας, επενδύοντας, ξοδεύοντας)
金串 かなぐし
ουσιαστικό
- 01 μεταλλική σούβλα, μεταλλικό καλαμάκι
金銅 こんどう
ουσιαστικό
- 01 επιχρυσωμένος ορείχαλκος, επιχρυσωμένος χαλκός
金石 きんせき
ουσιαστικό
- 01 μεταλλεύματα και πετρώματα, μεταλλικά και λίθινα σκεύη
- 02 επιγραφή
金城鉄壁 きんじょうてっぺき
ουσιαστικό
- 01 απόρθητο κάστρο (τείχη)
- 02 απόρθητος, άτρωτος, μη επιδεχόμενος επίθεση
金を無心する かねをむしんする
άλλο, ρήμα
- 01 ζητώ χρήματα, δανείζομαι επιτακτικά χρήματα
金毘羅 こんぴら
ουσιαστικό
- 01 προστάτης θεότητα της ναυτιλίας, Κουμπίρα
金に糸目をつけない かねにいとめをつけない
άλλο
- 01 ξοδεύω χρήματα χωρίς περιορισμό, δεν υπολογίζω το κόστος
金環 きんかん
ουσιαστικό
- 01 χρυσό δαχτυλίδι
- 02 ηλιακό στέμμα
金を恵む かねをめぐむ
άλλο, ρήμα
- 01 δίνω χρήματα
金無垢 きんむく
ουσιαστικό
- 01 καθαρός χρυσός