218 αποτελέσματα για «関»

関係データベース かんけいデータベース

ουσιαστικό

  1. 01 σχεσιακή βάση δεδομένων
関手 かんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 συναρτητής
関数行列式 かんすうぎょうれつしき

ουσιαστικό

  1. 01 ιακωβιανή ορίζουσα
関路の鳥 せきじのとり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κοτόπουλο
関節学 かんせつがく

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρολογία
関取鰮 せきとりいわし

ουσιαστικό

  1. 01 ρουλέινα η βατασέι (είδος ψαριού της οικογένειας αλεποκέφαλων)
関連解析 かんれんかいせき

ουσιαστικό

  1. 01 ανάλυση συσχέτισης
関係図 かんけいず

ουσιαστικό

  1. 01 διάγραμμα σχέσεων
関東人 かんとうじん

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοικος του Καντό, άνθρωπος από το Καντό
池谷・関彗星 いけやせきすいせい

ουσιαστικό

  1. 01 κομήτης Ικεγια-Σέκι
関関同立 かんかんどうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 Κανσάι, Κβανσέι Γκακουίν, Ντοσίσα και Ριτσουμεϊκάν (τα τέσσερα κορυφαία ιδιωτικά πανεπιστήμια στην περιοχή Κανσάι)
関税法 かんぜいほう

ουσιαστικό

  1. 01 τελωνειακός κώδικας
関税定率法 かんぜいていりつほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί δασμολογίου
関税暫定措置法 かんぜいざんていそちほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί προσωρινών τελωνειακών μέτρων
関係形容詞 かんけいけいようし

ουσιαστικό

  1. 01 αναφορικό επίθετο
関係節 かんけいせつ

ουσιαστικό

  1. 01 αναφορική πρόταση
関東圏 かんとうけん

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή Καντό, περιφέρεια Καντό
関西圏 かんさいけん

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή Κανσάι, περιφέρεια Κανσάι
関連死 かんれんし

ουσιαστικό

  1. 01 θάνατος εξ επαγωγής, θάνατος που προκλήθηκε έμμεσα (από ατύχημα, ασθένεια κ.λπ.)
関与者 かんよしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συμμετέχων, εμπλεκόμενο μέρος