223 αποτελέσματα για «防»

防火造り ぼうかづくり

ουσιαστικό

  1. 01 πυράντοχη κατασκευή
防遏手段 ぼうあつしゅだん

ουσιαστικό

  1. 01 προληπτικό μέτρο
防浸 ぼうしん

άλλο

  1. 01 στεγανός, αδιάβροχος
防銹 ぼうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αντισκωριακή προστασία
防護領域 ぼうごりょういき

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευόμενη περιοχή
防爆形 ぼうばくがた

ουσιαστικό

  1. 01 αντιεκρηκτικός
防沫 ぼうまつ

άλλο

  1. 01 στεγανός κατά των πιτσιλιών
防水着 ぼうすいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αδιάβροχο ρούχο
防燃 ぼうねん

ουσιαστικό

  1. 01 πυρίμαχος, ανθεκτικός στη φωτιά
防しわ加工 ぼうしわかこう

ουσιαστικό

  1. 01 αδιατσαλάκωτη επεξεργασία, φινίρισμα ανθεκτικό στις τσακίσεις
防虫網 ぼうちゅうもう

ουσιαστικό

  1. 01 εντομοκτόνο δίχτυ, κουνουπιέρα
防護巡洋艦 ぼうごじゅんようかん

ουσιαστικό

  1. 01 θωρακισμένο καταδρομικό
防鳥ネット ぼうちょうネット

ουσιαστικό

  1. 01 δίχτυ προστασίας από πτηνά, δίχτυ αποτροπής πτηνών
防鳥網 ぼうちょうあみ

ουσιαστικό

  1. 01 δίχτυ προστασίας από πουλιά, δίχτυ κατά των πουλιών
防災非常袋 ぼうさいひじょうぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 εφόδια επιβίωσης, τσάντα έκτακτης ανάγκης
防錆剤 ぼうせいざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντισκωριακό, αναστολέας διάβρωσης
防撓材 ぼうとうざい

ουσιαστικό

  1. 01 ενισχυτικό στοιχείο (σε ναυπηγική κατασκευή)
防寒対策 ぼうかんたいさく

ουσιαστικό

  1. 01 λήψη μέτρων προστασίας από το κρύο (για παράδειγμα ντύνοντας κάποιον ζεστά)
防火管理者 ぼうかかんりしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος πυρασφάλειας
防舷物 ぼうげんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αποσβεστήρας (σε σκάφος), προφυλακτήρας (σε προβλήτα, αποβάθρα κ.λπ.)