7 αποτελέσματα για «丘»

おか N3

ουσιαστικό

  1. 01 λόφος, ύψωμα, λοφίσκος, ανηφόρα
  2. 02 πόντοι μπόνους που απονέμονται στον νικητή στο τέλος ενός παιχνιδιού
丘陵 きゅうりょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 λόφος, λοφίσκος
  2. 02 λόφοι, ημιορεινή περιοχή
丘陵地帯 きゅうりょうちたい

ουσιαστικό

  1. 01 λοφώδης περιοχή, ημιορεινή ζώνη
丘上 きゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή λόφου
丘疹 きゅうしん

ουσιαστικό

  1. 01 σπυράκι, βλατίδα
丘葦鴨 おかよしがも

ουσιαστικό

  1. 01 οκαγιοσιγκάμο (είδος πάπιας, Anas strepera)
  1. 01 λόφος
  2. 02 λοφίσκος