11 αποτελέσματα για «串»

くし

ουσιαστικό

  1. 01 σουβλί, καλαμάκι
  2. 02 διαμεσολαβητής (διακομιστής υπολογιστών)
串刺し くしざし

ουσιαστικό

  1. 01 σουβλιστό, σουβλιστά εδέσματα
  2. 02 διαπερασμός (με φονικό σκοπό, με δόρυ κ.λπ.), ανασκολοπισμός, διατρητικός τραυματισμός
串焼き くしやき

ουσιαστικό

  1. 01 ψήσιμο σε σουβλάκι, ψήσιμο στη σούβλα
串カツ くしカツ

ουσιαστικό

  1. 01 κουσικάτσου, κρέας και λαχανικά περασμένα σε σουβλάκι και τηγανισμένα
串揚げ くしあげ

ουσιαστικό

  1. 01 κουσιάγκε, τηγανητά κρέατα και λαχανικά σε καλαμάκια
串団子 くしだんご

ουσιαστικό

  1. 01 ντάνγκο σε καλαμάκι
串柿 くしがき

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένα λωτά περασμένα σε καλαμάκι
串鯖 くしさば

ουσιαστικό

  1. 01 σουβλάκι σκουμπρί
  2. 02 διακομιστής μεσολάβησης
串打ち くしうち

ουσιαστικό

  1. 01 σουβλισμός (ψαριών, κρέατος κ.λπ. για ψήσιμο)
串刺し検索 くしざしけんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ομοσπονδιακή αναζήτηση, αναζήτηση σε πολλαπλές βάσεις δεδομένων, ταυτόχρονη αναζήτηση σε πολλές βάσεις δεδομένων με ένα μόνο ερώτημα
  1. 01 σούβλα
  2. 02 καλαμάκι