28 αποτελέσματα για «丹»

丹念 たんねん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σχολαστικός, προσεκτικός, επιμελής, ευσυνείδητος, λεπτομερής, περίτεχνος

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινο χώμα (δηλαδή αυτό που περιέχει κιννάβαρη ή μίνιο), κιννάβαρη
たん

ουσιαστικό

  1. 01 κιννάβαρι, βερμιγιόν (θειούχος υδράργυρος), μίνιο (τετραοξείδιο του μολύβδου)
  2. 02 κόκκινο χρώμα, χρωστική βερμιγιόν, κιννάβαρι
  3. 03 ελιξίριο (ειδικότερα της αθανασίας), χάπι
  4. 04 ειλικρίνεια, ειλικρινής καρδιά, αφοσίωση
丹精 たんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιμελής εργασία, ειλικρίνεια, επιμέλεια, προσπάθεια, κόπος
丹波 たんば

ουσιαστικό

  1. 01 Τάμπα (πρώην επαρχία που βρισκόταν σε τμήματα των σημερινών νομών Κιότο, Χιόγκο και Οσάκα)
丹後 たんご

ουσιαστικό

  1. 01 Τάνγκο (πρώην επαρχία που βρισκόταν στο βόρειο τμήμα του σημερινού νομού Κιότο)
丹田 たんでん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο κάτω από τον ομφαλό (εστιακό σημείο για εσωτερικές διαλογιστικές τεχνικές)
丹前 たんぜん

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο βαμβακερό κιμονό με επένδυση
丹頂 たんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 γιαπωνέζικος γερανός (Grus japonensis), κόκκινος γερανός
  2. 02 οράντα με κόκκινο σκούφο (χρυσόψαρο)
  3. 03 ταντσό (ποικιλία κόι)
  4. 04 αυτός που έχει κόκκινο λοφίο ή κηλίδα στο κεφάλι (για πουλιά, ψάρια κ.λπ.)
丹色 にいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινος
丹塗り にぬり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαφή με κόκκινο χρώμα, λάκωμα με κιννάβαρι
丹青 たんせい

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινο και μπλε
  2. 02 χρώματα, μπογιές
  3. 03 ζωγραφική, πίνακας
丹心 たんしん

ουσιαστικό

  1. 01 ειλικρίνεια, πιστότητα
丹毒 たんどく

ουσιαστικό

  1. 01 ερυσίπελας
丹砂 たんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κιννάβαρι
丹絵 たんえ

ουσιαστικό

  1. 01 τανέ, πρώιμη πολύχρωμη εκτύπωση ουκίγιο-ε
丹頂鶴 たんちょうづる

ουσιαστικό

  1. 01 ταντσοζούρου, γερανός με κόκκινο στέμμα (Grus japonensis), ιαπωνικός γερανός
丹花 たんか

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινο λουλούδι
丹州 たんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Τανσού (οι δύο πρώην επαρχίες Τάνμπα και Τάνγκο)
丹前風呂 たんぜんぶろ

ουσιαστικό

  1. 01 τανζενμπούρο (διάσημο λουτρό της πρώιμης περιόδου Έντο)