6 αποτελέσματα για «乏»

乏しい とぼしい N1

επίθετο

  1. 01 πενιχρός, λιγοστός, σπάνιος, περιορισμένος, στερημένος, οικονομικά στριμωγμένος, ελλιπής, φτωχός
乏しくなる とぼしくなる

ρήμα

  1. 01 γίνομαι σπάνιος, εξαντλούμαι
乏しき とぼしき

ουσιαστικό

  1. 01 φτώχεια, ένδεια
乏精子症 ぼうせいししょう

ουσιαστικό

  1. 01 ολιγοσπερμία, ολιγοζωοσπερμία
乏尿 ぼうにょう

ουσιαστικό

  1. 01 ολιγουρία
  1. 01 ένδεια
  2. 02 λιγοστός
  3. 03 περιορισμένος