33 αποτελέσματα για «乙»

乙女 おとめ

ουσιαστικό

  1. 01 κορίτσι, δεσποινίδα, νεαρή κυρία
おつ N1

ουσιαστικό, επίθετο, άλλο

  1. 01 δεύτερος (μέρος, βαθμός, κ.λπ.), βήτα (βαθμός), ο δεύτερος από τους δύο
  2. 02 κομψός, σικάτος, έξυπνος, πνευματώδης, εύγευστος
  3. 03 παράξενος, γραφικός, περίεργος
  4. 04 ευχαριστώ, καλή δουλειά
  5. 05 τα λέμε, αντίο, καληνύχτα
乙女心 おとめごころ

ουσιαστικό

  1. 01 συναίσθημα κοριτσιού, ψυχοσύνθεση νεαρής κοπέλας
乙女ゲーム おとめゲーム

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι οτόμε, παιχνίδι προσομοίωσης ραντεβού με γυναίκα πρωταγωνίστρια και άνδρες που αποτελούν ερωτικό ενδιαφέρον
乙姫 おとひめ

ουσιαστικό

  1. 01 νεότερη πριγκίπισσα
  2. 02 Οτοχίμε, πριγκίπισσα του Παλατιού του Δράκου (από την ιστορία του Ουρασίμα Τάρο)
乙女チック おとめチック

επίθετο

  1. 01 κοριτσίστικος, θηλυπρεπής, ρομαντικός
乙女ゲー おとめゲー

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι οτόμε, παιχνίδι προσομοίωσης ραντεβού με γυναίκα πρωταγωνίστρια και άνδρες ερωτικούς στόχους
乙女座 おとめざ

ουσιαστικό

  1. 01 Παρθένος (αστερισμός), η Παρθένος
乙種 おつしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερης κατηγορίας, β κατηγορίας
乙巳 きのとみ

ουσιαστικό

  1. 01 κινοτόμι, ξύλινο φίδι (42ος όρος του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1905, 1965, 2025)
乙矢 おとや

ουσιαστικό

  1. 01 βέλος με φτερά που κυρτώνουν προς τα δεξιά (το δεύτερο από τα δύο βέλη που εκτοξεύονται)
乙亥 きのとい

ουσιαστικό

  1. 01 κινοτόι, ο δωδέκατος όρος του εξηκονταετούς κύκλου (ξύλινος χοίρος), π.χ. 1935, 1995, 2055
乙子 おとご

ουσιαστικό

  1. 01 βενιαμίν
乙丑 きのとうし

ουσιαστικό

  1. 01 κινοτόυσι (δεύτερος όρος του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1925, 1985, 2045)
乙卯 きのとう

ουσιαστικό

  1. 01 κινοτό, ο 52ος συνδυασμός του εξηκονταετούς κύκλου (π.χ. 1915, 1975, 2035)
乙女椿 おとめつばき

ουσιαστικό

  1. 01 καμέλια της ποικιλίας οτόμε (Camellia japonica f. otome)
乙に澄ます おつにすます

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσποιούμαι γαλήνια διάθεση, υιοθετώ σοβαρό ύφος, φέρομαι πουριτανικά, υποκρίνομαι ανωτερότητα
乙女男子 おとめだんし

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυπρεπής άνδρας
乙酉 きのととり

ουσιαστικό

  1. 01 ξυλώδης κόκορας (22ος όρος του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1945, 2005, 2065)
きのと

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερος στη σειρά, δεύτερο σύμβολο του κινεζικού ημερολογίου (κινότο)