114 αποτελέσματα για «乾»

乾く かわく N4

ρήμα

  1. 01 στεγνώνω
乾杯 かんぱい N2

επιφώνημα, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στην υγειά μας, γεια μας, κάτω ο πάτος
  2. 02 πρόποση
  3. 03 πίνω μονορούφι
乾燥 かんそう N3

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 ξηρασία, άνυδρη κατάσταση, στέγνωμα (π.χ. ρούχων), αφυδάτωση, αποξήρανση
  2. 02 ατονία, έλλειψη ενδιαφέροντος
乾かす かわかす N3

ρήμα

  1. 01 στεγνώνω (ρούχα κ.λπ.), αποξηραίνω
けん

ουσιαστικό

  1. 01 κιάμ (ένα από τα τρίγραμμα του Ι Τσινγκ: ουρανός, βορειοδυτικά)
乾ききる かわききる

ρήμα

  1. 01 ξεραίνομαι εντελώς, στεγνώνω τελείως, αφυδατώνομαι
乾き かわき

ουσιαστικό

  1. 01 στέγνωμα, ξηρότητα
乾燥機 かんそうき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχάνημα ξήρανσης, στεγνωτήριο, αποξηραντήρας
乾坤一擲 けんこんいってき

ουσιαστικό

  1. 01 ποντάρω τα πάντα, ρισκάρω τα πάντα για όλα ή τίποτα, αφοσιώνομαι πλήρως σε έναν σκοπό
乾パン かんパン

ουσιαστικό

  1. 01 κρακεράκι, σκληρό μπισκότο, παξιμάδι
乾電池 かんでんち N2

ουσιαστικό

  1. 01 ξηρή ηλεκτρική στήλη
乾坤 けんこん

ουσιαστικό

  1. 01 ουρανός και γη, σύμπαν
  2. 02 τρίγραμμα τσιέν και κουν (του βιβλίου των αλλαγών)
  3. 03 γιν και γιανγκ
  4. 04 βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά
乾物屋 かんぶつや

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα ξηρών καρπών και ειδών παντοπωλείου, έμπορος αποξηραμένων προϊόντων
乾草 かんそう

ουσιαστικό

  1. 01 σανό, ξερό χορτάρι
乾麺 かんめん

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένα νουντλς
乾布摩擦 かんぷまさつ

ουσιαστικό

  1. 01 εντριβή με στεγνή πετσέτα
乾燥地帯 かんそうちたい

ουσιαστικό

  1. 01 άνυδρη περιοχή
乾拭き からぶき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γυάλισμα με στεγνό πανί, σκούπισμα με στεγνό πανί
乾燥剤 かんそうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αφυγραντικό μέσο, ξηραντικό
乾季 かんき

ουσιαστικό

  1. 01 ξηρή περίοδος