35 αποτελέσματα για «亀»

亀裂 きれつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρωγμή, χαράδρα, σχισμή, σκάσιμο, ρήγμα
かめ

ουσιαστικό

  1. 01 χελώνα
  2. 02 μέθυσος
  3. 03 έμβλημα χελώνας, μον χελώνας
亀頭 きとう

ουσιαστικό

  1. 01 βάλανος (ιδίως η βάλανος του πέους)
亀甲縛り きっこうしばり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δεσμά χελώνας (τεχνική πρόσδεσης)
亀甲 きっこう

ουσιαστικό

  1. 01 καβούκι χελώνας
  2. 02 σχέδιο καβουκιού χελώνας, κυψελοειδές μοτίβο, εξαγωνικό μοτίβο
  3. 03 αγκύλη σε σχήμα καβουκιού χελώνας (σημείο στίξης)
亀の子 かめのこ

ουσιαστικό

  1. 01 νεαρή χελώνα
  2. 02 καβούκι χελώνας
亀の甲より年の功 かめのこうよりとしのこう

άλλο

  1. 01 η ηλικία φέρνει σοφία, η πείρα των γηραιότερων υπερέχει
亀の甲 かめのこう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 καβούκι χελώνας
  2. 02 εξάγωνο μοτίβο, εξαγωνικό σχήμα
  3. 03 δακτύλιος βενζολίου, δομή δακτυλίου βενζολίου
  4. 04 καβούκι χελώνας (σχήμα)
亀鑑 きかん

ουσιαστικό

  1. 01 πρότυπο, παράδειγμα, υπόδειγμα, υπόδειγμα αρετής, καθρέφτης (ως πρότυπο)
亀卜 きぼく

ουσιαστικό

  1. 01 μαντεία με χελώνα (στην αρχαία Κίνα και την Ιαπωνία), κιμπόκου
亀頭炎 きとうえん

ουσιαστικό

  1. 01 βαλανοπίτιδα
亀すくい かめすくい

ουσιαστικό

  1. 01 ψάρεμα χελώνας (παιχνίδι σε πανηγύρι)
亀の手 かめのて

ουσιαστικό

  1. 01 πάλληκας, είδος οστρακόδερμου (επιστημονική ονομασία Capitulum mitella)
亀の子たわし かめのこたわし

ουσιαστικό

  1. 01 βούρτσα καθαρισμού σε σχήμα χελώνας (από την επωνυμία της εταιρείας)
亀虫 かめむし

ουσιαστικό

  1. 01 κοριός της ασπίδας, βρωμούσα, πεντατομίδης
亀腹 かめばら

ουσιαστικό

  1. 01 λευκός σοβατισμένος θόλος σε σχήμα ψωμιού (χρησιμοποιείται για τη στήριξη θεμέλιων λίθων, κ.λπ.)
亀田製菓 かめだせいか

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία Καμέντα Σεϊκά
亀頭包皮炎 きとうほうひえん

ουσιαστικό

  1. 01 βαλανοποσθίτιδα, φλεγμονή της βαλάνου και της ακροποσθίας
亀頭球 きとうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 βολβός της βαλάνου, κόμβος (του πέους των κυνιδών)
亀綾 かめあや

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλής ποιότητας γυαλιστερό λευκό μετάξι χαμπουτάι
  2. 02 ύφασμα από αγνό μεταξωτό ντρίλ με λεπτό μοτίβο ρόμβων