8 αποτελέσματα για «些»

些とも ちっとも

επίρρημα

  1. 01 καθόλου, διόλου, καθ' ολοκληρίαν
些か いささか

επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 λίγο, κάπως, ελαφρώς, αρκετά
些細 ささい

επίθετο

  1. 01 ασήμαντος, επουσιώδης, μικρός, ευτελής
些事 さじ

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι μικρό, κάτι ασήμαντο, μικροπρέπεια
些少 さしょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ασήμαντος, λίγος, ολίγος, μικρός
些と ちっと

επίρρημα

  1. 01 ένα λιγάκι, λίγο
  2. 02 για λίγη ώρα
些些 ささ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ασήμαντος, επουσιώδης, μικρός
  1. 01 λίγο
  2. 02 μερικές φορές