17 αποτελέσματα για «享»

享受 きょうじゅ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόλαυση (ελευθερίας, ομορφιάς κ.λπ.), λήψη (δικαιώματος, προνομίου, αξιώματος κ.λπ.), κατοχή
享楽 きょうらく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόλαυση, τέρψη
享年 きょうねん

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία θανάτου
享楽的 きょうらくてき

επίθετο

  1. 01 ηδονιστικός
享保 きょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Κιοχό (22 Ιουνίου 1716 - 28 Απριλίου 1736)
享楽主義 きょうらくしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 επικουρισμός, ηδονισμός
享和 きょうわ

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Κιόβα (5 Φεβρουαρίου 1801 – 11 Φεβρουαρίου 1804)
享保の改革 きょうほうのかいかく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μεταρρυθμίσεις Κιοχό (οικονομικές μεταρρυθμίσεις του 1736)
享有 きょうゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατοχή (δικαιώματος, ταλέντου κ.λπ.), απόλαυση
享受者 きょうじゅしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αποδέκτης, λήπτης
享徳 きょうとく

ουσιαστικό

  1. 01 Κιοτόκου, εποχή της ιαπωνικής ιστορίας (25 Ιουλίου 1452 – 25 Ιουλίου 1455)
享禄 きょうろく

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Κιορόκου (20 Αυγούστου 1528 - 29 Ιουλίου 1532)
享楽生活 きょうらくせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωή που χαρακτηρίζεται από την απόλαυση
享持 きょうじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξασφάλιση, κατοχή, απόλαυση (δικαιωμάτων, παροχών, κ.λπ.)
享保尺 きょうほうじゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κιοχό σακού (περίπου 30,36 εκ.)
享保の飢饉 きょうほうのききん

ουσιαστικό

  1. 01 λιμός Κιοχό (1732)
  1. 01 απολαμβάνω
  2. 02 λαμβάνω, δέχομαι
  3. 03 υφίσταμαι, περνάω, υποβάλλομαι
  4. 04 απαντάω (στο τηλέφωνο)
  5. 05 παίρνω
  6. 06 αποκτώ
  7. 07 πιάνω