7 αποτελέσματα για «亭»

てい

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 κιόσκι, πέργκολα, κιόσκι κήπου, περίπτερο
  2. 02 κατάληξη που σχηματίζει το τελευταίο μέρος του ψευδωνύμου ορισμένων συγγραφέων και ερμηνευτών
  3. 03 κατάληξη που σχηματίζει το τελευταίο μέρος της ονομασίας ενός εστιατορίου
亭主 ていしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός νοικοκυριού, οικοδεσπότης (π.χ. σε τελετή τσαγιού), ξενοδόχος, ιδιοκτήτης (π.χ. ξενοδοχείου)
  2. 02 σύζυγος
亭主関白 ていしゅかんぱく

ουσιαστικό

  1. 01 αυταρχικός σύζυγος, κυριαρχικός σύζυγος, σύζυγος που κάνει κουμάντο στο σπίτι
亭々 ていてい

άλλο, επίρρημα

  1. 01 υψηλός (για δέντρο)
亭主の好きな赤烏帽子 ていしゅのすきなあかえぼし

άλλο

  1. 01 ακόμη και ένας ιδιόρρυθμος οικογενειάρχης πρέπει να υπακούεται
亭午 ていご

ουσιαστικό

  1. 01 μεσημέρι
  1. 01 περίπτερο, κιόσκι
  2. 02 εστιατόριο
  3. 03 έπαυλη, αρχοντικό
  4. 04 κιόσκι, πέργκολα
  5. 05 εξοχική κατοικία, μικρό σπίτι
  6. 06 βαριετέ (είδος θεάτρου)
  7. 07 μουσική σκηνή, αίθουσα μουσικής
  8. 08 καλλιτεχνικό όνομα