6 αποτελέσματα για «什»

什器 じゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 σκεύος, συσκευή, έπιπλο
什宝 じゅうほう

ουσιαστικό

  1. 01 πολύτιμο αντικείμενο
什物 じゅうもつ

ουσιαστικό

  1. 01 έπιπλα, εξαρτήματα, σκεύη, θησαυρός
什一 じゅういち

ουσιαστικό

  1. 01 δεκάτη
什一献金 じゅういちけんきん

ουσιαστικό

  1. 01 δεκάτη
  1. 01 σκεύος, εργαλείο
  2. 02 πράγμα, αντικείμενο
  3. 03 δέκα