159 αποτελέσματα για «仏»

仏蘭西 フランス

ουσιαστικό

  1. 01 Γαλλία
仏頂面 ぶっちょうづら

ουσιαστικό

  1. 01 κατσουφιασμένο ύφος, σκυθρωπό πρόσωπο, μούτρα
ほとけ N3

ουσιαστικό

  1. 01 Βούδας, Σακιαμούνι
  2. 02 βουδιστικό είδωλο, απεικόνιση του Βούδα
  3. 03 ο νεκρός, το αποθανόν πρόσωπο, η ψυχή του μεταστάντος
  4. 04 σπλαχνικός άνθρωπος
仏教 ぶっきょう

ουσιαστικό

  1. 01 βουδισμός
ふつ

ουσιαστικό

  1. 01 Γαλλία
仏壇 ぶつだん

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστικό οικιακό εικονοστάσι
仏像 ぶつぞう N1

ουσιαστικό

  1. 01 άγαλμα του Βούδα, εικόνα του Βούδα, βουδιστικό άγαλμα, βουδιστική εικόνα
仏様 ほとけさま

ουσιαστικό

  1. 01 Βούδας
  2. 02 νεκρός
ぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 Βούδας
  2. 02 Βουδισμός
仏法 ぶっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική διδασκαλία, βουδισμός
仏法 ふつほう

ουσιαστικό

  1. 01 γαλλικό δίκαιο
仏間 ぶつま

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστικό οικογενειακό παρεκκλήσι, δωμάτιο με βωμό
仏陀 ブッダ

ουσιαστικό

  1. 01 Βούδας
仏教徒 ぶっきょうと

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστής
仏国 ふっこく

ουσιαστικό

  1. 01 Γαλλία
仏門 ぶつもん

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική διδασκαλία, βουδιστικός δρόμος, βουδισμός, βουδιστικός κλήρος
  2. 02 βουδιστικός ναός
仏道 ぶつどう

ουσιαστικό

  1. 01 διδασκαλίες του Βούδα, βουδιστικές διδασκαλίες, βουδιστική οδός, βουδισμός
  2. 02 βουδιστική φώτιση
仏前 ぶつぜん

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστά στο βωμό του Βούδα, ενώπιον του Βούδα
  2. 02 προσφορά που τοποθετείται στο βωμό του Βούδα, χρήματα για λιβάνι, χρηματική προσφορά συλλυπητηρίων
仏師 ぶっし

ουσιαστικό

  1. 01 γλύπτης βουδιστικών αγαλμάτων
仏頂 ぶっちょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κορυφή της κεφαλής του Βούδα
  2. 02 αποτομία, κατσούφιασμα