36 αποτελέσματα για «仙»

せん

ουσιαστικό

  1. 01 ασκητής, μάγος
  2. 02 μαγεία
仙台 せんだい

ουσιαστικό

  1. 01 Σεντάι (πόλη στο νομό Μιγιάγκι)
仙人 せんにん

ουσιαστικό

  1. 01 αθάνατος ορεινός μάγος (στον Ταοϊσμό), ορεινός άνθρωπος (ιδίως ερημίτης)
  2. 02 άνθρωπος που δεν δεσμεύεται από εγκόσμιες επιθυμίες
セント

ουσιαστικό

  1. 01 σεντ (νομισματική μονάδα)
仙術 せんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 μαγεία, μυστικό της αθανασίας
仙女 せんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 νεράιδα, νύμφη, ξωτικό
仙境 せんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 νεραϊδότοπος, μαγεμένη χώρα
仙骨 せんこつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερό οστό
  2. 02 ερμητισμός, εμφάνιση ερημίτη, κοσμική αποστασιοποίηση, ασυνήθιστη σωματική διάπλαση, εξαιρετική εμφάνιση
仙界 せんかい

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία ερημιτών, αγνή γη μακριά από τον κόσμο
仙人掌 せんにんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κάκτος
仙薬 せんやく

ουσιαστικό

  1. 01 πανάκεια, ελιξίριο (της αθανασίας)
仙丹 せんたん

ουσιαστικό

  1. 01 ελίξιρο (της ζωής)
仙翁 せんのう

ουσιαστικό

  1. 01 λύχνις (Lychnis senno)
仙花紙 せんかし

ουσιαστικό

  1. 01 ανακυκλωμένο χαρτί
仙台侯 せんだいこう

ουσιαστικό

  1. 01 άρχοντας του Σεντάι
仙窟 せんくつ

ουσιαστικό

  1. 01 μαγεμένη σπηλιά
仙宮 せんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία ερημίτη
  2. 02 ανάκτορο παραιτημένου αυτοκράτορα
仙人草 せんにんそう

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκιά φθινοπωρινή κληματίδα (Clematis terniflora)
仙椎 せんつい

ουσιαστικό

  1. 01 ιερός σπόνδυλος
仙客 せんかく

ουσιαστικό

  1. 01 αθάνατος σοφός του βουνού (στον Ταοϊσμό)
  2. 02 γερανός (πτηνό)