5 αποτελέσματα για «伍»

伍長 ごちょう

ουσιαστικό

  1. 01 δεκανέας
伍 ご

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 παρέα, ομάδα, τάξη
  2. 02 στράτευμα, βαθμίδα, παράταξη
伍する ごする

ρήμα

  1. 01 κατατάσσομαι σε επίπεδο, συγκαταλέγομαι μεταξύ
伍す ごす

ρήμα

  1. 01 κατατάσσομαι ισότιμα, συγκαταλέγομαι
伍
  1. 01 πέντε
  2. 02 πενταμελής ομάδα
  3. 03 στοίχος
  4. 04 γραμμή, σειρά