4 αποτελέσματα για «伎»

伎楽 ぎがく

ουσιαστικό

  1. 01 γκιγκάκου (είδος παραστατικής τέχνης με χορό και χρήση μασκών)
伎芸 ぎげい

ουσιαστικό

  1. 01 παραστατική τέχνη, τεχνική (σε μια παραστατική τέχνη)
伎女 ぎじょ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα διασκεδάστρια, ιερόδουλη
  1. 01 πράξη
  2. 02 δεξιότητα