6 αποτελέσματα για «伐»
伐採 ばっさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υλοτομία, κοπή δέντρων, ξυλεία
伐る きる
ρήμα
- 01 κόβω (π.χ. δέντρα)
伐木 ばつぼく
ουσιαστικό
- 01 υλοτομία, κοπή δέντρων
伐倒 ばっとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υλοτομία, κατάρριψη δέντρων
伐期 ばっき
ουσιαστικό
- 01 περίοδος υλοτομίας (δέντρων)
伐
- 01 κόβω, υλοτομώ
- 02 χτυπάω, πλήττω
- 03 επιτίθεμαι, προσβάλλω
- 04 τιμωρώ