158 αποτελέσματα για «伝»

伝える つたえる N4

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω, αναφέρω, μεταδίδω, επικοινωνώ, λέω, γνωστοποιώ, διαδίδω, διδάσκω, κληροδοτώ
伝わる つたわる N3

ρήμα

  1. 01 διαδίδεται, εξαπλώνεται (για φήμη, νέα κ.λπ.), κυκλοφορεί, γίνεται γνωστό
  2. 02 παραδίδεται (από γενιά σε γενιά), μεταδίδεται, κληροδοτείται
  3. 03 εισάγεται (σε μια χώρα, περιοχή κ.λπ.), φέρεται, έρχεται
  4. 04 μεταδίδεται, εκφράζεται (για συναίσθημα, εντύπωση κ.λπ.), γίνεται αισθητό, γίνεται αντιληπτό
  5. 05 μεταδίδεται (για ήχο, ηλεκτρισμό κ.λπ.), διαδίδεται, άγεται
  6. 06 κινείται κατά μήκος, ακολουθεί
伝説 でんせつ N1

ουσιαστικό

  1. 01 θρύλος, μύθος, λαογραφία, παράδοση
伝う つたう

ρήμα

  1. 01 ακολουθώ, βαδίζω κατά μήκος, πηγαίνω κατά μήκος
伝言 でんごん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προφορικό μήνυμα, λόγος (από κάποιον)
伝統 でんとう N3

ουσιαστικό

  1. 01 παράδοση, έθιμο
伝承 でんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράδοση (πληροφοριών), θρύλος, παράδοση, λαογραφία, μετάδοση
伝達 でんたつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάδοση (π.χ. ειδήσεων, χημικών σημάτων, ηλεκτρισμού), επικοινωνία, παράδοση, μεταφορά, διαβίβαση, αναμετάδοση, διάδοση, αγωγιμότητα
伝令 でんれい

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβίβαση εντολής, αποστολή διαταγής
  2. 02 αγγελιαφόρος, σύνδεσμος, διανομέας
でん

ουσιαστικό

  1. 01 θρύλος, παράδοση
  2. 02 βιογραφία, ζωή
  3. 03 μέθοδος, τρόπος
  4. 04 σύστημα μεταφοράς και επικοινωνίας με ίππους που χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Ιαπωνία
伝染 でんせん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάδοση, μόλυνση
伝統的 でんとうてき

επίθετο

  1. 01 παραδοσιακός, εθιμικός, συμβατικός
伝播 でんぱ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάδοση, διάδοση, εξάπλωση, κυκλοφορία, διάχυση, διασπορά
伝授 でんじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διδασκαλία, μύηση, μεταλαμπάδευση, μετάδοση, παράδοση (ιδιαίτερα σε μυστικά μιας τέχνης, ενός κλάδου κ.λπ.)
伝票 でんぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 δελτίο, απόδειξη, εισιτήριο, παραστατικό
伝え聞く つたえきく

ρήμα

  1. 01 μαθαίνω από φήμες, πληροφορούμαι εξ ακοής
伝い づたい

επίθημα

  1. 01 κατά μήκος (τοίχου, ποταμού, σιδηροδρομικών γραμμών κ.λπ.), παραπλεύρως, ακολουθώντας
伝記 でんき N2

ουσιαστικό

  1. 01 βιογραφία, ιστορία ζωής
伝染病 でんせんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταδοτική ασθένεια, λοιμώδες νόσημα, επιδημία
伝聞 でんぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακοή, φήμη, διαρροή, αναφορά