11 αποτελέσματα για «伽»
伽 とぎ
ουσιαστικό
- 01 φροντίδα, νοσηλευτής, παρουσία, συνοδός, διασκεδαστής
伽藍 がらん
ουσιαστικό
- 01 ναός (ειδικά μεγάλος), μοναστήρι
- 02 κτίριο ναού
伽羅 きゃら
ουσιαστικό
- 01 ξύλο αλόης (Taxus cuspidata var. nana)
- 02 άρωμα από ξύλο αλόης, θυμίαμα από ξύλο αλόης
伽耶 かや
ουσιαστικό
- 01 Κάγια (αρχαία κορεατική συνομοσπονδία), Καράκ
伽羅蕗 きゃらぶき
ουσιαστικό
- 01 κοτσάνια φυτού πετασίτης μαγειρεμένα σε σάλτσα σόγιας
伽草子 とぎぞうし
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο με παραμύθια, συλλογή από τογκιζόσι
伽藍鳥 がらんちょう
ουσιαστικό
- 01 πελεκάνος
伽藍堂 がらんどう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 άδειος, κούφιος, γυμνός, έρημος
- 02 κεντρικός ναός ενός βουδιστικού τεμένους (συχνά ευρύχωρος και άδειος)
伽耶琴 カヤグム
ουσιαστικό
- 01 καγιαγκούμ (κορεατικό έγχορδο όργανο με 12 χορδές, παρόμοιο με τον ζήθαρα)
伽芝居 とぎしばい
ουσιαστικό
- 01 παραμυθοπαράσταση, παντομίμα
伽
- 01 φροντίδα
- 02 συνοδεία
- 03 διασκεδαστής